About Report a problem

Menu

ἐπαίρω

ἐπαίρω, to lift up and set on

Could not find ἐπαίροιμʼ in Logeion dictionaries.

ἐπαίροιμʼ present active optative 1st singular of ἐπαίρω

See ἐπαίροιμʼ in Morpho

ἐπαίρω, Ion. and poet. ἐπᾰείρω Hdt. 1.204 and always in Hom.: fut. ἐπᾱρῶ (contr. from ᾰερ-) E. IA 125 (anap.), Supp. 581 (prob. l.), X. Mem. 3.6.2: aor. ἐπῆρα, part. ἐπάρας Hdt. 1.87, etc.: pf. ἐπῆρκα Amphis 13, Them. Or. 8.114b:—Pass., aor. ἐπήρθην, part. ἐπαρθείς:
  • lift up and set on, [αὐτὸν] ἀμαξάων ἐπάειρραν lifted and set him upon . ., Il. 7.426; ὀβελοὺς . . κρατευτάων ἐπάειρας 9.214.
      • 2 lift, raise, κεφαλὴν ἐπαείρας 10.80; καί μʼ ἔπαιρε S. Ph. 889; ἐπαίρων βλέφαρα Id. OT 1276 codd.; ἐπάειρε δέρην E. Tr. 99 (anap.); ἔπαιρε σαυτόν Ar. V. 996; σεμνῶς ἐπηρκὼς τὰς ὀφρῦς Amphis l.c.; πάντες ἐπῆραν (sc. τὴν χεῖρα) SIG 1109.24; οὐδεὶς ἐπῆρε IG 3.1132; ἐπάρας τὴν φωνήν D. 18.291; ἐπαιρόμενα ἱστία, opp. ὑφιέμενα, Plu. Luc. 3:—Med., με τεῷ ἐπαείραο μαζῷ didst lift and put me to thy breast, A.R. 3.734; [λόγχην] E. IT 1484; ὅπλʼ ἐπαίρεσθαι θεῷ Id. Ba. 789; ἱστούς Plb. 1.61.7; βακτηρίαν Plu. Apophth.reg. 2.185b: metaph., τί . . στάσιν γλώσσης ἐπήρασθε; S. OT 635; πολλοὺς καὶ θρασεῖς τῇ πόλει λόγους ἐπαιρόμενος D. 18.222; κοινὸν ἡ πόλις ἐπήρατο πένθος D.S. 34.17.
      • 3 exalt, magnify, ἐπαείρειν Λοκρῶν ματέρʼ Pi. O. 9.20; ἐπαρεῖς τὸν πατρῷον οἶκον X. Mem. 3.6.2.
      • 4 intr., lift up oneʼs leg or rise up, Hdt. 2.162; rise from table, Euang. 1.10.
      • 5 Pass., swell up, Hp. Liqu. 2, Gal. 6.264, 18(2).119; ἐπῆρται τοῦτό γε, in mal. part., Ar. Lys. 937; ὁ καυλὸς ἐπαίρεται Hippiatr. 54.
      • 6 Gramm., ἐ. τὴν προσῳδίαν make the accent acute, Sch. Il. 11.636.
    • II stir up, excite, πολλά τέ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα . . ἦν Hdt. 1.204; τίς σʼ ἐπῆρε δαιμόνων; S. OT 1328; πέρα τοῦ καιροῦ τοὺς ἑτέρους ἐ. D. 16.23; ἐ. θυμόν τινι E. IA 125; τοῦτό σε ψυχὴν ἐπαίρει Id. Heracl. 173; ἑαυτὸν ἐπί τινι Diog.Oen. 64; ἵππον urge on, Them. Or. 1.13c; induce, persuade to do, c. inf., εἰρωτᾶν εἰ οὔτι ἐπαισχύνεται ἐπάρας Κροῖσον στρατεύεσθαι Hdt. 1.90, cf. Isoc. 4.108, Aeschin. 1.192; ἥτις με γῆμʼ ἐπῆρε Ar. Nu. 42, cf. Ra. 1041; ἐ. τινὰ ὥστε . . E. Supp. 581; ὅστις μʼ ἐπάρας ἔργον (sc. πρᾶξαι) Id. Or. 286:—Pass., to be roused, led on, excited, τῷ μαντηΐῳ Hdt. 1.90, cf. 5.91; τοῖσι δωρήμασι Id. 7.38; τοῖς τῆς πόλεως κακοῖς And. 1.37; ὑπὸ τῆς τύχης Lys. 2.10; πλούτῳ, τιμῇ, Pl. R. 434b, 608b; ὑπὸ λόγων Ar. Av. 1448; τῇ ἐλπίδι ὡς. . Th. 1.81, cf. Lys. 9.21; τοῖς λόγοις Th. 4.121; δεινότητι καὶ ξυνέσεως ἀγῶνι Id. 3.37 (so τὸ ἐπαιρόμενον τοῦ λόγου τῇ δεινότητι Plu. Cic. 25); ὑπὸ μεγάλου μισθοῦ Th. 7.13; ἐ. ἐς τὸ νεωτερίζειν Id. 4.108; ἐπὶ τὴν βασιλείαν LXX 3 Ki. 12. [24]: c. inf., ἐπήρθην γράψαι Isoc. 5.10; τῷ or τὸ λέγειν (dub. l.) Pl. Phdr. 232a (but ναυτικῷ προύχειν -όμενοι flattering themselves that they were superior . ., Th. 1.25): abs., to be excited, on tiptoe, Ar. Nu. 810; and so Ἑλλὰς τῇ ὁρμῇ ἐπῆρται Th. 2.11.
      • 2 Pass., also, to be elated at a thing, εὐδαιμονίῃ μεγάλῃ Hdt. 5.81; ψυχρῇ νίκῃ Id. 9.49, cf. 1.212, 4.130; ἐπὶ πλούτῳ X. Mem. 1.2.25; πρός τι Th. 6.11, 8.2; ἐκ τοῦ γεγονότος προτερήματος Plb. 1.29.4: abs., Th. 4.18.

Saved

Recent