δυσφρόντιστος
δυσ-φρόντιστος,
- gloss on δυσαρεής, Hsch.
I
1 muy doloroso
glos. a δυσηλεγής
2 de abyectos pensamientos
δυσκηδέα νύκτα· δυσφρόντιστον, κακὰς φροντίδας ἐμποιοῦσαν
II adv. -ως a disgusto, con malestar
δ. <ἔχει>