δυσφόρητος
δυσφόρητος, hard to bear
δυσφόρ-ητος, ον,
- hard to be borne, Hsch.; f. l. for διαφόρητος, E. Cyc. 344.
I
1 sent. fís. estancado, que no puede fluir
2 insoportable, insufrible, maldito
ζέσας σὴν σάρκα δυσφόρητον
hirviendo tu maldita carneδυσφορητότερον εἶναι τοῦ παρ' ἐχθρῶν πολέμου τὰς τῶν οἰκείων ἐπαναστάσεις
δυσφόρητον ... ἐστιν ἀνθρώπῳ τὸ ἐλέγχεσθαι
ἁμαρτία
δυσφημία
ἡ ... σοδομουμένη ψυχή
II adv. -ως aguantando mal, con dificultad Cyr.Al.M.70.48D.
δυσφόρητος, ος, ον, difficile à supporter, Eur. Cycl. 344.
Étym. δυσφορέω.
δυσφόρητος, schwer zu ertragen ; σάρξ Eur. Cycl. 343, d.i. schwer zu verdauen, Hermann liest διαφόρητος, zerrissen.
• Adv., δυσφορήτως ἔχω, = δυσφορῶ, Jos.
• Adv., δυσφορήτως ἔχω, = δυσφορῶ, Jos.
δυσφόρητος
from δυσφορέω
δυσφόρητος, ον
- hard to bear, Eur.