κελεύω
κελεύω, κελεύω, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην, order, command
- prop. urge, drive on, [ἵππους] ὁ γέρων ἐφέπων μάστιγι κέλευε . . κατὰ ἄστυ Il. 24.326: hence, exhort, bid,
- 1 c.acc. pers. et inf., order one to do, σʼ ἔγωγε . . κελεύω ἐς πληθὺν ἰέναι 17.30, cf. 2.11, al., Hdt. 1.8, 24, etc.; ἐκέλευσε τὸν παῖδα περιμεῖναί ἑ κελεῦσαι he bade the lad bid us to wait for him, Pl. R. 327b; ὁ νόμος τὸν ἐπιβουλεύσαντα κελεύει φονέα εἶναι, i.e. bids that he be held guilty, Antipho 4.2.5; ὁ τὸν νόμον κελεύων ἄρχειν δοκεῖ κελεύειν ἄρχειν τὸν θεὸν καὶ τὸν νοῦν Arist. Pol. 1287a29; ἐς τὴν Μίλητον ἔπεμπον κελεύοντες σφίσι τὸν Ἀστύοχον βοηθεῖν Th. 8.38; request, Lys. 16.16; opp. ἐπιτάττειν, IG 1(2).76.33.
- 2 c. acc. pers. et rei, σφῶϊ μὲν οὔ τι κελεύω Il. 4.286; τά με θυμὸς . . κελεύει (sc. εἰπεῖν) 7.68, etc.: with inf. subjoined, τί με ταῦτα κελεύεις . . μάχεσθαι; 20.87.
- 3 c. acc. pers. only, εἰ μὴ θυμός με κελεύοι (sc. φείδεσθαι) Od. 9.278; ὥς με κελεύεις (sc. μυθεῖσθαι) 11.507: in Prose, ἐκέλευσε τοὺς ἕνδεκα ἐπὶ τὸν Θηραμένην ordered them [to go] against him, ordered them to seize him, X. HG 2.3.54; κ. τινὰς ἐπὶ τὰ ὅπλα ib. 20:—Pass., receive orders, Arist. Pol. 1253b34.
- 4 c.acc. rei only, ὃ μὴ κελεύσαι Ζεύς (Herm. for -σει) A. Eu. 618; ὁ νόμος τὰ μὲν κελεύων τὰ δʼ ἀπαγορεύων Arist. EN 1129b24:— Pass., τὸ κελευόμενον commands, orders, Hdt. 7.16, Antipho Soph. 61, X. Cyr. 4.1.3: pl., Pl. R. 340a.
- 5 c. dat. pers. folld. by inf., urge or order one to do, κηρύκεσσι . . κέλευσε κηρύσσειν . . Il. 2.50, Od. 2.6, etc.; ἀλλήλοισι κέλευον ἅπτεσθαι νηῶν . . Il. 2.151; ἑτάροισι . . ἐκέλευσα ἐμβαλέειν Od. 9.488: in later Prose, D.S. 19.17, Ceb. 32.4 codd., Luc. DMort. 1.1, Phalar. Ep. 121.1, etc.
- 6 rarely c. dat. pers. et acc. rei, τί δʼ ἐστὶν ὃ κελεύεις ἐμοί; Men. Pk. 224, cf. Ael. NA 9.1.
- 7 c. dat. pers. only, ἵπποισι καὶ Αὐτομέδοντι κελεύσας Il. 16.684; cf.infr. ΙΙΙ.
- 8 abs., freq. in Hom., ὡς σὺ κελεύεις Il. 23.96, al.; λέξω, κελεύεις γάρ A. Ch. 107; κελεύων, opp. αὐτοχειρίῃ, Democr. 260; κελευούσης τῆς Πυθίης Hdt. 6.36; κελεύοντος καὶ δεομένου Lys. 5.1.
- 9 c. inf. only, σιγᾶν κελεύω I order silence, S. Ph. 865; οὐκ ἂν κελεύσαιμʼ εὐσεβεῖν Id. Ant. 731; recommend, propose, Lys. 12.25, D. 4.21, etc.; opp. οὐκ ἐάω, Hdt. 6.109, X. Ath. 2.18.
- II of inferiors, urge, entreat, Il. 24.599, Od. 10.17, Hdt. 1.116.
- III of the boatswain, give time to rowers, c.dat., Pl. R. 396b: abs., Ath. 12.535d.
- 2 sing a chanty, S.E. M. 6.24.
1. aansporen, aanzetten, met dat.:
2. opdragen, bevelen,
3. dringend verzoeken, vragen:
Bei Ath. XII.535d, wie S.Emp. adv.mus. 24, ist es = den Takt zum Rudern angeben.
[cf. κέλομαι.]
Aor. infin. κελευσέμεναι Od. 4.274.
- 1
Of persons, to command, order, bid, enjoin, give orders or injuctions.
- a
With acc. and infin.: ἑταίρους ἵππους ζευγνύμεναι Il. 3.259. Cf. Il. 2.11, Il. 5.823, Il. 8.318, Il. 18.469, Il. 20.4, etc.: αὐτὸν αἰτίζειν Od. 17.345. Cf. Od. 5.384, Od. 7.48, Od. 9.177, Od. 12.193, etc.
- b
With acc. alone Il. 4.286, 359: Od. 15.209, Od. 17.22, Od. 21.175, Od. 24.175.
- c
With dat. and infin.: κηρύκεσσι κηρύσσειν Il. 2.50. Cf. Il. 5.485, Il. 9.658, Il. 16.727, Il. 23.39, etc.: ἑτάροισιν ὅπλων ἅπτεσθαι Od. 2.422. Cf. Od. 4.296, Od. 7.163, Od. 9.488, Od. 11.44, Od. 15.93, etc.
- d
With this dat. and acc. of what is enjoined: ἀμφιπόλοισι ἔργα κέλευεν Il. 6.324. Cf. Od. 16.136=Od. 17.193 = 281.
- e
With dat. alone: πῶς μοι κελεύεις; Il. 10.61. Cf. Il. 4.428. Il. 11.154, Il. 15.545, 717, Il. 16.684, etc.: Od. 6.198, Od. 15.217.
- f
With infin. alone: ἄρνε οἰσέμεναι Il. 3.119. Cf. Il. 6.179, Il. 20.6: Od. 4.233, Od. 9.326, 469, Od. 12.53, 163.–
- g
Absol.: ἐν πυμάτοισι κελεύων Il. 11.65, Ζεὺς ἥμενος ὕψι κέλευεν (was supreme over them) Il. 20.155. Cf. Il. 4.322, Il. 5.528, Il. 6.519, Il. 13.91, Il. 14.248, etc.: Od. 2.415, Od. 10.251, 443, Od. 12.303, Od. 22.255, etc.
- a
- 2
Passing into milder sense, to bid, exhort, charge, desire, urge, recommend, counsel, invite.
- a
With acc. and infin.: σίτοιό μʼ ἄσασθαι ἦτορ Il. 19.306. Cf. Il. 5.199, Il. 7.284, Il. 11.781, Il. 18.13, Il. 22.101, etc.: οἴκαδέ μʼ ἀποστείχειν Il. 23.276. Cf. Od. 2.263, Od. 7.262, 304, Od. 13.274, Od. 15.305, Il. 23.264.
With neg., to counsel against a course: πόλεμον οὐκ ἄμμε κελεύω δύμεναι Il. 14.62.
- b
With this acc. and acc. of what one bids to be done: τί με ταῦτα κελεύετε; Od. 8.350.
- c
With acc. alone Il. 24.220: Od. 4.274, Od. 7.28, Od. 10.516, Od. 11.507.
- d
With dat. and infin.: άλόχῳ δεῖπνον τετυκεῖν Od. 15.93. Cf. Il. 2.151.
- e
With this dat. and acc. as under bb: σοὶ τόδε κελεύω Il. 19.192.
- f
With dat. alone: φωτὶ ἐκάστῳ Il. 13.230, σπεύδοντι κέλευον (cheered him on) Il. 23.767. Cf. Il. 5.463: Od. 6.211.
- g
With infin. alone: φεύγειν σὺν νηυσίν Il. 2.74. Cf. Il. 11.641, Il. 12.237, Il. 20.95, Il. 23.404: Od. 7.226=Od. 13.47, Od. 10.17, 339, 373, 386, Od. 20.341.– (h) Absol. Il. 4.380, Il. 14.278, Il. 21.223, Il. 23.96, 539, Il. 24.599, 669: Od. 4.485, 673=Od. 8.398, Od. 4.745, Od. 8.347, 402, Od. 9.339, Od. 10.345, Od. 15.437, Od. 18.58.
- a
- 3
In sim. constructions with senses as under (2) of mental faculties and impersonal agencies: ὅππῃ σε κραδίη θυμός τε κελεύει Il. 13.784, τά με θυμὸς κελεύει Il. 7.68= 349= 369 =Il. 8.6: =Od. 7.187=Od. 8.27=Od. 17.469=Od. 18.352=Od. 21.276, εἰ μὴ θυμός με κελεύοι Od. 9.278. Cf. Od. 8.204, Od. 14.517=Od. 15.339, Od. 16.81=Od. 21.198.– χόλος καὶ τὰ κελεύει Od. 23.255.– ψαστέρι, ἥ τʼ ἐκέλευσεν ἕο μνήσασθαι Od. 7.217.
- 4
Of driving horses: τοὺς ἐφέπων μάστιγι κέλευεν Il. 24.326.
Absol.: μάστιγι κέλευεν Il. 23.642.
- 1
- 1bid c. acc. & inf. πέμποισʼ ἀμφιπόλους ἐκέλευσεν ἥρωι πορσαίνειν δόμεν Εἰλατίδᾳ βρέφος (sc. Πιτάνα) O. 6.32 Ζηνὸς ἐπʼ ἀκροτάτῳ βωμῷ χρηστήριον θέσθαι κέλευσεν (sc. Ἀπόλλων) O. 6.70 ἐκέλευσεν Λάχεσιν χεῖρας ἀντεῖναι (Mosch.: (ἐ)κέλευσε codd.) O. 7.64 σὺν δʼ ἀέθλοις ἐκέλευσεν διακρῖναι ποδῶν P. 9.115 εἰ δέ τοι μάτρῳ μʼ ἔτι Καλλικλεῖ κελεύεις στάλαν θέμεν Παρίου λίθου λευκοτέραν N. 4.80 Σθενέλοιό μιν υἱὸς κέλευσεν μόνον ἄνευ συ[μμ]αχίας ἴμεν (Lobel: κέλευε Πac: ἐκέλευσε Πpc) fr. 169. 45. ]α κέλευσʼ ι[ P. Oxy. 1792 fr. 34.
Strong 2753
**
to urge on, bid by word of mouth, order, command (mostly of one in authority): c. acc. et. inf. aor., Mt 14:19, 28 18:25 27:64, Lk 18:40, Ac 4:15 5:34 8:38 22:30 23:10 25:6, 17; with ellipse of acc., Mt 8:18 14:9 27:58, Ac 12:19 21:33; c. acc. et. inf. Pres., Ac 21:34 22:24 23:3, 35 25:21 27:43; with ellipse of acc., Ac 16:22; ptcp. aor., Ac 25:23.†
- to urge or drive on, urge, exhort, bid, command, order, Hom., etc.: c. acc. pers. et inf. to order one to do, Il.; (also c. dat. pers., Hom.):—c. acc. pers. et rei, τί με ταῦτα κελεύεις (sc. ποιεῖν); also c. acc. pers. only, θυμός με κελεύει (sc. φείδεσθαι) Od.; ἐκέλευσε τοὺς ἕνδεκα ἐπὶ τὸν Θηραμένην ordered them [to go] against him, ordered them to seize him, Xen.; c. acc. rei only, to command a thing, Aesch.:—Pass., τὸ κελευόμενον, τὰ -να, commands, orders, Xen.
-
…ζημίαν. ἐμοῦ τοίνυν, ὦ ἄνδρες, οἱ μὲν νόμοι οὐ μόνον ἀπεγνωκότες εἰσὶ μὴ ἀδικεῖν, ἀλλὰ καὶ κεκελευκότες ταύτην τὴν δίκην λαμβάνειν · ἐν ὑμῖν δʼ ἐστὶ πότερον χρὴ τούτους ἰσχυροὺς ἢ μηδενὸς ἀξίους εἶναι. ἐγὼ μὲν…
Lysias, Speeches
-
…ἡμεῖς τάς τε δίκας δικάζομεν καὶ τἆλλα τὴν πόλιν διοικοῦμεν, ἤδη φαμὲν τοῦτον ὡμολογηκέναι ἔργῳ ἡμῖν ἃ ἂν ἡμεῖς κελεύωμεν ποιήσειν ταῦτα, καὶ τὸν μὴ πειθόμενον τριχῇ φαμεν ἀδικεῖν, ὅτι τε γεννηταῖς οὖσιν ἡμῖν οὐ πείθεται, καὶ…
Plato, Crito
-
…ἵνα ταῦτα ποιῇ · ὁ γὰρ ἅνθρωπος ἔνδον ἦν · ὕστερον γὰρ ἅπαντα ἐπυθόμην. καὶ ἐγὼ τὴν γυναῖκα ἀπιέναι ἐκέλευον καὶ δοῦναι τῷ παιδίῳ τὸν τιτθόν, ἵνα παύσηται κλᾶον. ἡ δὲ τὸ μὲν πρῶτον οὐκ ἤθελεν, ὡς…
Lysias, Speeches
-
…ἡ γυνὴ ἐψιμυθιῶσθαι. ταῦτά μου πάντα εἰς τὴν γνώμην εἰσῄει, καὶ μεστὸς ἦ ὑποψίας. ἐλθὼν δὲ οἴκαδε ἐκέλευον ἀκολουθεῖν μοι τὴν θεράπαιναν εἰς τὴν ἀγοράν, ἀγαγὼν δʼ αὐτὴν ὡς τῶν ἐπιτηδείων τινὰ ἔλεγον ὅτι ἐγὼ πάντα εἴην…
Lysias, Speeches
-
…παρασπόνδους ὑμᾶς ἔχοι, καὶ ὅτι οὐ περὶ πολιτείας ὑμῖν ἔσται ἀλλὰ περὶ σωτηρίας, εἰ μὴ ποιήσεθʼ ἃ Θηραμένης κελεύει. τῶν δʼ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ὅσοι ἄνδρες ἀγαθοὶ ἦσαν, γνόντες τὴν παρασκευὴν καὶ τὴν ἀνάγκην, οἱ μὲν…
Lysias, Speeches
-
…ἐναντιοῖτο μηδὲ διαπειλοῖτο ὑμεῖς τε μὴ τὰ τῇ πόλει συμφέροντα ἕλοισθε, ἀλλὰ τἀκείνοις δοκοῦντα ψηφίσαισθε. ἀναστὰς δὲ Θηραμένης ἐκέλευσεν ὑμᾶς τριάκοντα ἀνδράσιν ἐπιτρέψαι τὴν πόλιν καὶ τῇ πολιτείᾳ χρῆσθαι ἣν Δρακοντίδης ἀπέφαινεν. ὑμεῖς δʼ ὅμως καὶ οὕτω διακείμενοι…
Lysias, Speeches
-
…κυριωτάτη. σκέψασθε δέ, ὦ ἄνδρες · κατηγοροῦσι γάρ μου ὡς ἐγὼ τὴν θεράπαιναν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ μετελθεῖν ἐκέλευσα τὸν νεανίσκον. ἐγὼ δέ, ὦ ἄνδρες, δίκαιον μὲν ἂν ποιεῖν ἡγούμην ᾡτινιοῦν τρόπῳ τὸν τὴν γυναῖκα τὴν…
Lysias, Speeches
-
…ἐποίουν. ἦσθα δʼ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅτε οἱ λόγοι ἐγίγνοντο περὶ ἡμῶν ; ἦ. πότερον συνηγόρευες τοῖς κελεύουσιν ἀποκτεῖναι ἢ ἀντέλεγες ; ἀντέλεγον. ἵνα μὴ ἀποθάνωμεν ; ἵνα μὴ ἀποθάνητε. ἡγούμενος ἡμᾶς ἄδικα πάσχειν ἢ δίκαια…
Lysias, Speeches
-
…οὖν ὅστις βούλεται ὑπὸ τῶν συνόντων βλάπτεσθαι μᾶλλον ἢ ὠφελεῖσθαι ; ἀποκρίνου, ὦ ἀγαθέ · καὶ γὰρ ὁ νόμος κελεύει ἀποκρίνεσθαι. ἔσθʼ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι ; οὐ δῆτα. φέρε δή, πότερον ἐμὲ εἰσάγεις δεῦρο ὡς διαφθείροντα τοὺς…
Plato, Apology
-
…Θρασύμαχος ὁμολογεῖ τοὺς μὲν ἄρχοντας ἐνίοτε ἑαυτοῖς κακὰ προστάττειν, τοῖς δὲ δίκαιον εἶναι ταῦτα ποιεῖν. τὸ γὰρ τὰ κελευόμενα ποιεῖν, ὦ Πολέμαρχε, ὑπὸ τῶν ἀρχόντων δίκαιον εἶναι ἔθετο Θρασύμαχος. καὶ γὰρ τὸ τοῦ κρείττονος, ὦ…
Plato, Republic