παραβαπτός Save παραβαπτός, dyed LSJ Bailly 2024 παραβαπτ-ός, όν, dyed, ποικίλματα LXX Ez. 23.15. παραβαπτός, ή, όν, teint, Spt. Ezech. 23, 15. Étym. παραβάπτω.