παραβασία
παραβᾰσία, ἡ, Ep. παραιβασίη,
- = παράβασις II, Hes. Th. 220 (pl.), PLond. 1.113.1 (vi A. D.), etc.: poet. παρβασία A. Th. 743 (lyr.).
*παραβασία (ἡ) c. παράβασις ||
➳ Épq. παραβασίη, Hés. Th. 220, Eschl. Sept. 743.
παραβασία, ἡ, poet. παραιβασία, = παράβασις.