δυσυπομένητος
δῠσυπο-μένητος, ον, = sq., S.E. M. 9.154.
insoportable
ἔσται οὖν τινα τῷ θεῷ δυσυπομένητα
τὰ κατὰ τὴν ζωήν
πόνοι
δυσ·υπομένητος, ος, ον [ῠῠ] difficile à supporter, Sext. 586, 710.
Étym. δ. ὑπομένω.
δυσυπομένητος, = δυσυπομόνητος, Sext.Emp. adv. math. IX.154.