δυσυπομόνητος
δυσυπομόνητος, hard to abide
δῠσυπο-μόνητος, ον,
- hard to abide, Ph. 2.287, 432, Sor. 1.80.
insoportable
ἐπὶ δούλοις ... δυσυπομόνητα ἐπιτάγματα
ἀλγηδόνες
ὀδύνη
πόνοι
glos. a δύσφορος
glos. a δύσοιστος
δυσ·υπομόνητος, ος, ον [ῠῠ] c. le préc. Phil. 2, 287 ; joint à πικρός, Phil. 2, 432.
δυσυπομόνητος, schwer auszuhalten, Philo.