εὔπορος
εὔπορος, easy to pass
- easy to pass or travel through, ἄτης . . πέλαγος οὐ μάλʼ εὔ. A. Supp. 470; ὁδός Pl. R. 328e; τὰ εὔ. open ground, X. Eq.Mag. 4.4; εὔπορον ἦν διιέναι Th. 4.78, cf. X. An. 3.5.17; εὔ. ποιεῖν τὰ ὦτα to open oneʼs ears, Luc. Lex. 1; μήτρα lax, Sor. 1.34.
- 2 easily got, easily done, easy, τὰ μέγιστα . . σφι εὔπορά ἐστι Hdt. 4.59; πολλά τοι θεὸς κἀκ τῶν ἀέλπτων εὔπορʼ ἀνθρώποις τελεῖ E. Fr. 100; παρʼ ἐμοῦ δʼ ἔστιν ταῦτα εὔ. Ar. Pl. 532, cf. Pl. R. 404c; φιλία . . εὔ. εἴη Ar. Lys. 1266; τὴν κατὰ θάλασσαν ἔφοδον -ωτέραν Th. 1.93; πλεῖστον . . μέλι καὶ -ώτατον Pl. R. 564e; τὸ εὔ., = εὐπορία, εὑρίσκειν τὸ εὔ. Hp. Art. 78; διὰ τὸ εὔ. τῆς ἐλπίδος Th. 8.48; εὔπορόν ἐστι it is easy, c. inf., X. An. 3.5.17, D. 3.18, etc.; ἐν εὐπόρῳ κεῖται c. inf., Str. 10.3.8: Comp. -ώτερον Pl. R. 404c.
- II ready, glib, γλῶττα Ar. Eq. 637.
- 2 of persons, full of resources or devices, ingenious, inventive, opp. ἄπορος, E. Fr. 430 (Sup.); εἰ οὖν τις . . -ώτερος ἐμοῦ Pl. Phd. 86d; εὔ. ἐν τοῖς ἀπόροις Alex. 234.5; -ώτεροι πρὸς ἅπαν ἔργον Pl. Prt. 348d: c. inf., χρήματα πορίζειν -ώτατον γυνή Ar. Ec. 236; ἐς τὴν δίαιταν -ώτατοι Id. V. 1112.
- III well-provided with, rich in, πόλιν τοῖς πᾶσιν -ωτάτην Th. 2.64; τὰ περὶ τὸν βίον -ώτεροι Isoc. 8.19; τίς -ώτερος χρημάτων; D.Chr. 3.132: abs., fertile, γῆ Poll. 1.186; well-furnished, πράγματʼ -ώτερα D. 19.89; well off, wealthy, οἱ εὔ. Id. 1.28, etc.; opp. οἱ ἄποροι, Arist. Pol. 1279b8, etc.; persons of substance, capable of bearing taxation, SIG 344.115 (Sup., Teos, iv B.C.); εὔ. καὶ ἐπιτήδειος POxy. 1187.11 (iii A.D.), etc.
- IV Adv. -ρως easily, X. Cyr. 1.6.9, etc.: Comp. -ώτερον Pl. Smp. 204e.
- 2 in abundance, εὐ. ἔχειν πάντα Th. 8.36; οὐκ εὐ. ἔχω I donʼt feel well, Luc. Lex. 2 codd. (εὐφ- Cobet).
- 3 resourcefully, Hp. Off. 7.
1. gemakkelijk over te steken:
2. vindingrijk:
3. overvloedig, rijk:
2) leicht, gut gehend, γλῶττα, geläufige Zunge, Ar. Eq. 637 ; εὔποροι πλάται Eur. I.A. 765. Daher = Einer, dem es nicht an Mitteln u. Wegen wozu fehlt, Ggstz ἄπορος, auch = sich leicht aus Verlegenheit helfend, gewandt, οἱ πονηροὶ συζυγέντες εὐπορώτεροι πρὸς τὸ κακουργεῖν γίγνονται Xen. Oec. 9.5, sie können leichter Schlechtes tun ; ἐς τὴν ἄλλην δίαιτάν ἐσμεν εὐπορώτατοι Ar. Vesp. 1112 ; διδάσκαλος ἐν τοῖς ἀμηχάνοις εὐπορώτατος Eur. trg.; συμφέρον καὶ εὔπορον Plat. Crat. 419a ; εἰ οὖν τις ἐμοῦ εὐπορώτερος, τί οὐκ ἀπεκρίνατο ; wenn Einer gewandter ist, es besser weiß, Phaed. 86d ; πρὸς ἔργον Prot. 348d ; δοκοῦσιν εὐπορώτεροι ἐνίοτε γίγνεσθαι ἄνθρωποι ἁμαρτάνοντες, gewandter, klüger, Xen. Hell. 6.3.10. – Von äußern Mitteln, reich, wohlhabend, Dem. Lept. 25 ; Isocr. Panath. 109 ; πόλιν τοῖς πᾶσιν εὐπορωτάτην, die an Allem Ueberfluß hat, Thuc. 2.64 ; Folgde.
• Adv. εὐπόρως , leicht, Xen. Hell. 5.4.57 u. öfter, u. A.; τοῦτʼ εὐπορώτερον ἔχω ἀποκρίνασθαι Plat. Symp. 204e ; εὐπόρως διέκειτο Dem. 33.25 ; ἔχειν πάντα, Alles im Ueberfluß haben, Thuc. 8.36 ; εὐπ. ἔχειν, sich wohl befinden, Luc. Lexiph. 2.
- Ieasy to pass or travel through, Aesch.; τὰ εὔπορα open ground, Xen.; εὔπορόν ἐστι διϊέναι Thuc.
- 2easily gotten, easily done, easy, Hdt., Thuc., etc.:— τὸ εὔπορον εὐπορία, Thuc.; εὔπορόν ἐστι it is easy, c. inf., Thuc.
- IIgoing easily, ready, glib, γλῶττα Ar.
- 2of persons, full of resources or devices, ingenious, inventive, ready, opp. to ἄπορος, Ar., Plat.
- IIIεὔπ. τινι well-provided with, rich in a thing, Thuc.:—absol. well off, wealthy, Dem.
- IVadv. -ρως, easily, Xen.; comp. -ώτερον, Plat.
- 2in abundance, εὐπ. ἔχειν πάντα Thuc.
-
…ὁδὸν προεληλυθότων ἣν καὶ ἡμᾶς ἴσως δεήσει πορεύεσθαι, ποία τίς ἐστιν, τραχεῖα καὶ χαλεπή, ἢ ῥᾳδία καὶ εὔπορος. καὶ δὴ καὶ σοῦ ἡδέως ἂν πυθοίμην ὅτι σοι φαίνεται τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἤδη εἶ τῆς ἡλικίας ὃ…
Plato, Republic
-
…Ἕλληνες πλείστων δὴ ἤρξαμεν, καὶ πολέμοις μεγίστοις ἀντέσχομεν πρός τε ξύμπαντας καὶ καθʼ ἑκάστους, πόλιν τε τοῖς πᾶσιν εὐπορωτάτην καὶ μεγίστην ᾠκήσαμεν. καίτοι ταῦτα ὁ μὲν ἀπράγμων μέμψαιτʼ ἄν, ὁ δὲ δρᾶν τι καὶ αὐτὸς βουλόμενος ζηλώσει…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…εὐφυέσιν ἐγγίγνονται καὶ τοῖς περὶ τὰς ἐμπειρίας γεγυμνασμένοις · ἡ δὲ παίδευσις τοὺς μὲν τοιούτους τεχνικωτέρους καὶ πρὸς τὸ ζητεῖν εὐπορωτέρους ἐποίησεν, οἷς γὰρ νῦν ἐντυγχάνουσι πλανώμενοι, ταῦτʼ ἐξ ἑτοιμοτέρου λαμβάνειν αὐτοὺς ἐδίδαξεν, τοὺς δὲ καταδεεστέραν τὴν φύσιν…
Isocrates, Speeches
-
…. καὶ πολλαχῇ γε δυσπάλαιστα πράγματα, κακῶν δὲ πλῆθος ποταμὸς ὣς ἐπέρχεται · ἄτης δʼ ἄβυσσον πέλαγος οὐ μάλʼ εὔπορον τόδʼ ἐσβέβηκα, κοὐδαμοῦ λιμὴν κακῶν. εἰ μὲν γὰρ ὑμῖν μὴ τόδʼ ἐκπράξω χρέος, μίασμʼ ἔλεξας οὐχ ὑπερτοξεύσιμον…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…, ἔφη, σκοπεῖν. ἴθι δή, ἔφην ἐγώ, ὦ Κριτία, σκέψαι, ἐάν τι περὶ αὐτῶν εὐπορώτερος φανῇς ἐμοῦ · ἐγὼ μὲν γὰρ ἀπορῶ. ᾗ δὲ ἀπορῶ, φράσω σοι ; πάνυ γʼ, ἔφη .…
Plato, Charmides
-
…μὴ ἀνιέναι. παντάπασι μὲν οὖν. βούλει οὖν καὶ Νικίαν τόνδε παρακαλῶμεν ἐπὶ τὸ κυνηγέσιον, εἴ τι ἡμῶν εὐπορώτερός ἐστιν ; βούλομαι · πῶς γὰρ οὔ ; ἴθι δή, ὦ Νικία, ἀνδράσι φίλοις χειμαζομένοις ἐν λόγῳ καὶ…
Plato, Laches
-
…ἐκεῖνα, φάναι τὸν Ἀλκιβιάδην, τὰ εἰωθότα · Σωκράτους παρόντος τῶν καλῶν μεταλαβεῖν ἀδύνατον ἄλλῳ. καὶ νῦν ὡς εὐπόρως καὶ πιθανὸν λόγον ηὗρεν, ὥστε παρʼ ἑαυτῷ τουτονὶ κατακεῖσθαι. τὸν μὲν οὖν Ἀγάθωνα ὡς κατακεισόμενον παρὰ τῷ Σωκράτει…
Plato, Symposium
-
…τὸν Ὅμηρον τὸ σύν τε δύʼ ἐρχομένω, καί τε πρὸ ὃ τοῦ ἐνόησεν. .. . εὐπορώτεροι γάρ πως ἅπαντές ἐσμεν οἱ ἄνθρωποι πρὸς ἅπαν ἔργον καὶ λόγον καὶ διανόημα · μοῦνος δʼ εἴπερ τε νοήσῃ ,…
Plato, Protagoras
-
…τὰ πολλὰ εἰώθει, καὶ μειδιάσας, δίκαια μέντοι, ἔφη, λέγει ὁ Σιμμίας. εἰ οὖν τις ὑμῶν εὐπορώτερος ἐμοῦ, τί οὐκ ἀπεκρίνατο ; καὶ γὰρ οὐ φαύλως ἔοικεν ἁπτομένῳ τοῦ λόγου. δοκεῖ μέντοι μοι χρῆναι πρὸ…
Plato, Phaedo
-
…χαιρόντων. καὶ ὧν ἂν γένωνται οἱ πατέρες αὐτῶν ἐμοῦ πλουσιώτεροι, οὐκ ἐκδοτέον · τὰ δὲ νῦν αὐτῶν ἐγὼ εὐπορώτατος, καὶ τὰς μητέρας δὲ αὐτῶν ἐγὼ ἐξέδωκα καὶ μετʼ ἄλλων καὶ μετὰ Δίωνος. ἡ μὲν οὖν Σπευσίππῳ γαμεῖται…
Plato, Letters