καλέω
καλέω, καλέω, καλέω, ἐκάλεσα, κέκληκα, κέκλημαι, ἐκλήθην, call
- I call, summon, εἰς ἀγορὴν καλέσαντα Od. 1.90; ἐς Ὄλυμπον Il. 1.402; ἀγορήνδε, θάλαμόνδε, θάνατόνδε, Il. 20.4, Od. 2.348, Il. 16.693: c. acc. only, κεκλήατο (for -ηντο) βουλήν they had been summoned to the council, 10.195: folld. by inf., αὐτοὶ γὰρ κάλεον συμμητιάασθαι ib. 197; καιρὸς καλεῖ . . S. Ph. 466; κἄμʼ ὑπηρετεῖν καλεῖς Id. El. 996; κ. τινὰ εἰς ἕ, ἐπὶ οἷ, Il. 23.203, Od. 17.330, etc.; εἰς μαρτυρίαν κληθείς Pl. Lg. 937a; ἐμὲ νῦν ἤδη καλεῖ ἡ εἱμαρμένη Id. Phd. 115a; demand, require, ἡ ἡμέρα ʼκείνη εὔνουν καὶ πλούσιον ἄνδρα ἐκάλει D. 18.172: aor. Med., καλέσασθαί τινα call to oneself, freq. in Ep., Il. 1.270, Od. 8.43, etc.; φωνῇ Il. 3.161; ἀγορήνδε λαόν 1.54; call a witness, Pl. Lg. l.c.
- 2 call to oneʼs house or to a repast, invite (not in Il.), Od. 10.231, 17.382, al., 1 Ep.Cor. 10.27; later usu. with a word added, κ. ἐπὶ δεῖπνον Hdt. 9.16 (Pass.), X. Cyr. 2.1.30, etc.; ἐς ἔρανον Pi. O. 1.37; ἐς θοίνην E. Ion 1140; ὑπὸ σοῦ κεκλημένος Pl. Smp. 174d, etc.; κληθέντες πρός τινα invited to his house, D. 19.196; ὁ κεκλημένος the guest, Damox. 2.26.
- 3 invoke, Δία Hdt. 1.44, cf. Pi. O. 6.58, A. Th. 223; at sacrifices, Sch. Ar. Ra. 482; μάρτυρας κ. θεούς S. Tr. 1248, cf. D. 18.141:—Med., τοὺς θεοὺς καλούμεθα A. Ch. 201, cf. 216; also μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια καλεῖσθε Id. Eu. 486; but ἀράς, ἅς σοι καλοῦμαι which I call down on thee, S. OC 1385:—Pass., of the god, to be invoked, A. Eu. 417.
- 4 as law-term, summon, of the judge, καλεῖν τινας εἰς τὸ δικαστήριον cite or summon before the court, D. 19.211, etc.; simply καλεῖν ib. 212, Ar. V. 851, etc.; ἐὰν μὲν καλέσῃ D. 21.56; also ὁ ἄρχων τὴν δίκην καλεῖ calls on the case, Ar. V. 1441:—Pass., ἡ πατροκτόνος δίκη κεκλῇτʼ ἂν αὐτῷ S. Fr. 696; πρὶν τὴν ἐμὴν [δίκην] καλεῖσθαι before it is called on, Ar. Nu. 780; καλουμένης τῆς γραφῆς D. 58.43; but,
- b of the plaintiff in Med., καλεῖσθαί τινα to sue at law, bring before the court, Ar. Nu. 1221, al., D. 23.63; κ. τινὰ ὕβρεως Ar. Av. 1046; κ. τινὰ πρὸς τὴν ἀρχήν Pl. Lg. 914c; ὁ καλεσάμενος the plaintiff, PHal. 1.224 (iii B.C.).
- 5 with an abstract subject, demand, require, καλεῖ ἡ τάξις c. inf., CPHerm. 25ii7 (iii A.D.).
- 6 metaph. in Pass., καλουμένης τῆς δυνάμεως πρὸς τὴν συναναληψίαν called forth, summoned, Sor. 1.29.
- II call by name, name, ὃν Βριάρεων καλέουσι θεοί Il. 1.403, cf. Od. 5.273, etc.; κοτύλην δέ τέ μιν καλέουσι Il. 5.306; ὥς σφας καλοῦμεν Εὐμενίδας S. OC 486, cf. A. Pr. 86, etc.; ὄνομα καλεῖν τινα call him by a name, εἴπʼ ὄνομʼ ὅττι σε κεῖθι κάλεον Od. 8.550, cf. E. Ion 259, Pl. Cra. 383b, etc. (in Pass., οὔνομα καλέεσθαι Hdt. 1.173, cf. Pi. O. 6.56): without ὄνομα, τί νιν καλοῦσα τύχοιμʼ ἄν; A. Ag. 1232; τοῦτο αὐτὴν κάλεον Call. Fr. 66b; τούτοις τὸ ὄνομα ἱμάτια ἐκαλέσαμεν Pl. Plt. 279e (Pass., τύμβῳ δʼ ὄνομα σῷ κεκλήσεται shall be given to thy tomb, E. Hec. 1271); κ. ὄνομα ἐπί τινι give a name to something, Pl. Prm. 147d; but call (a man) a name because of some function, Id. Sph. 218c; κ. τινὰ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός Ev.Luc. 1.59; ἐπʼ ὀνόματος καλεῖν τινα Plb. 35.4.11:—Pass., to be named or called, Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο Il. 2.684; εἰ τόδʼ αὐτῷ φίλον κεκλημένῳ A. Ag. 161 (lyr.); ὁ καλούμενος the socalled, ἐν τῇ Θεράπνῃ καλεομένῃ Hdt. 6.61; ὁ κ. θάνατος Pl. Phd. 86d; οἱ τῶν ὁμοτίμων κ. X. Cyr. 2.1.9; κεκλημένος τινός called from or after him, Pi. P. 3.67; καλεῖσθαι ἐπί τινι LXX Ge. 48.6; κέκληνται δέ σφιν ἕδραι Pi. O. 7.76.
- 2 Pass., to be called, almost = εἰμί, esp. with words expressing kinship or status, ἐμὸς γαμβρὸς καλέεσθαι Od. 7.313, cf. A. Pers. 2 (anap.); ἀφνειοὶ καλέονται Od. 15.433; esp. in pf. Pass. κέκλημαι, οὕνεκα σὴ παράκοιτις κέκλημαι because I am thy wife, Il. 4.61; φίλη κεκλήσῃ ἄκοιτις 3.138; αἲ γὰρ ἐμοὶ τοιόσδε πόσις κεκλημένος εἴη Od. 6.244; ἠγάγετʼ ἐς μέγα δῶμα φίλην κεκλῆσθαι ἄκοιτιν Hes. Th. 410; σὴ κεκλημένη . . ἦα h.Ap. 324; μηδʼ ἔτι Τηλεμάχοιο πατὴρ κεκλημένος εἴην Il. 2.260; οὔτινος δοῦλοι κέκληνται A. Pers. 242, cf. S. El. 366, etc.
- 3 special constructions,
- a Ἀλησίου ἔνθα κολώνη κέκληται where is the hill called the hill of Alesios, Il. 11.758; ἵνα κριοῦ καλέονται εὐναί A.R. 4.115; ἔνθα ἡ Τριπυργία καλεῖται X. HG 5.1.10, etc.: -so in Act., ἔνθα Ῥέας πόρον ἄνθρωποι καλέοισιν where is the ford men call the ford of Rhea, Pi. N. 9.41, cf. κικλήσκω, κλῄζω, κλέω.
- b folld by a dependent clause, ἐκάλεσσέ νιν ἰσώνυμον ἔμμεν said that his name should be the same, Id. O. 9.63; καλεῖ με πλαστὸς ὡς εἴην πατρί, i.e. καλεῖ με πλαστόν S. OT 780; καλοῦμέν γε παραδιδόντα μὲν διδάσκειν we say that one who delivers teaches, Pl. Tht. 198b, cf. Smp. 205d; τὰς ἀμπέλους τραγᾶν καλοῦσιν Arist. HA 546a3.
1. roepen (met een bepaald doel), laten komen:
2. voor de rechtbank brengen,
3. aanroepen, smeken:
4. een naam geven, noemen met dubb. acc.:
rufen,
a) mit Namen rufen, nennen ; ὃν Βριάρεων καλέουσι θεοὶ, ἄνδρες δέ τε αἰγαίωνα Il. 1.403 ; ἄρκτον θʼ ἣν καὶ ἅμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν 18.487 ; εἴπʼ ὄνομʼ ὅττι σε κεῖθι κάλεον μήτηρ τε πατήρ τε, womit dich nannten, Od. 8.550 ; pass., μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο Il. 2.684 ; καλεῖσθαί μιν τοῦτʼ ὄνυμʼ ἀθάνατον Pind. Ol. 6.56 ; ἐκάλεσσέ μιν ἰσώνυμον ἔμμεν 9.68 ; ψευδωνύμως σε δαίμονες Προμηθέα καλοῦσιν Aesch. Prom. 86 ; ὥς σφας καλοῦμεν Εὐμενίδας Soph. O.C. 487 ; ὄνομα τί σε καλεῖν ἡμᾶς χρεών Eur. Ion 258 ; τί νιν καλοῦσα δυσφιλὲς δάκος τύχοιμι ἄν Aesch. Ag. 1205, wie soll ich sie recht nennen ? in Prosa ; ἐκαλέοντο τό πέρ τε ἠνείκαντο οὔνομα καὶ νῦν ἔτι καλέονται ὑπὸ τῶν περιοίκων Her. 1.173 ; ὅπερ καλοῦμεν ὄνομα ἕκαστον, τοῦτʼ ἔστιν ἑκάστῳ ὄνομα Plat. Crat. 483b ; τουτοισὶ σκέπασμασι τὸ ὄνομα ἱμάτια ἐκαλέσαμεν, wir gaben ihnen den Namen, Polit. 279e, wie τύμβῳ δʼ ὄνομασῷ κεκλήσεται κυνὸς σῆμα Eur. Hec. 1245 ; ἕκαστον τῶν ὀνομάτων οὐκ ἐπί τινι καλεῖς ; Plat. Parm. 147d ; τὸ ἔργον, ἐφʼ ᾧ καλοῦμεν τὸ ὄνομα Soph. 218c, bei dem wir den Namen gebrauchen, das wir nennen ; θερμόν τι καλεῖς καὶ ψυχρόν, du nennst Etwas warm, Phaedr. 103c ; ἐν τῷ καλουμένῳ θανάτῳ, im sogenannten Tode, Phaed. 86d, oft bei Folgdn ; bei 80. auch ἐπʼ ὀνόματός τινα, Pol. 35.4.11 ; κέκλημαι, ich heiße, δικαίως ἀνδραποδώδεις κέκληνται Plat. Phaedr. 258e, u. A. oft, wozu das fut. κεκλήσομαι gehört, ich werde heißen, Aesch. Pers. 736, Prom. 842 ; bei Dichtern auch oft so viel wie sein, οὕνεκα σὴ παράκοιτις κέκλημαι Il. 4.60, da ich deine Gattin heiße, bin, vgl. 3.138 ; ἠγάγετʼ ἐς μέγα δῶμα φίλην κεκλῆσθαι ἄκοιτιν Hes. Th. 410 ; οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτός Aesch. Pers. 238 ; ἔνθʼ Ἑλλάνων ἀγοραὶ Πυλατίδες καλέονται Soph. Tr. 636, vgl. El. 233 ; οὐκ ἀνώνυμος θεὰ κέκλημαι Eur. Hipp. 1 ; ähnl. οἱ τῶν ὁμοτίμων καλούμενοι, die unter sie gerechnet werden, zu ihnen gehören, Xen. Cyr. 2.1.9. Vgl. noch σὴ κεκλημένη ἦν, sie wäre deine Tochter gewesen, H.h. Apoll. 324 ; Λατοΐδα κεκλημένον, den Sohn des Apollo, Pind. P. 3.67 ; Soph. El. 357 νῦν δʼ ἐξὸν πατρὸς πάντων ἀρίστου παῖδα κεκλῆσθαι, καλοῦ τῆς μητρός.
b) anrufen, die Götter, Ποσειδᾶνα Pind. Ol. 6.58 ; θεούς Aesch. Spt. 205, 622 u. oft ; Ζῆνα ὅρκιον καλῶ Soph. Phil. 1308, τούτων μάρτυρας καλῶ θεούς Tr. 1238 ; Ar. Ran. 479 ; καλῶ δʼ ἐναντίον ὑμῶν τοὺς θεοὺς ἅπαντας Dem. 18.141, öfter ; Plat. Tim. 27c u. Sp.; als Zeugen, Strab. VII.303.
c) herbeirufen, zusammenrufen ; θεοὺς ἀγορήνδε καλέσσαι Il. 20.24 ; εἰς ἀγορὴν Ἀχαιούς Od. 1.90 vgl. Il. 1.402, 23.203 ; κεκλήατο βουλήν, sie waren zum Rate berufen, 10.195 ; εὐμενεῖς γὰρ ὄντας ἡμᾶς τῶνδε συμβούλους καλεῖς, du berufst uns zu Ratgebern, Aesch. Pers. 171 ; ὅταν καλῶμεν, ὁρμᾶσθαι ταχεῖς Soph. Phil. 1069 ; σὲ προσμολεῖν καλῶ Ant. 72 ; ἔξω 74 ; τί με καλεῖς ; Ar. Nub. 223 ; παῖ, κάλει Χαρμίδην Plat. Charm. 155b ; auffordern, καιρὸς γὰρ καλεῖ πλοῦν σκοπεῖν Soph. Phil. 464 ; καλούσης τῆς πατρίδος πρὸς τὰ κοινά Plat. Ep. IX.358a ; εἰς μαρτυρίαν Legg. XI.937a ; ἐμὲ νῦν ἤδη καλεῖ ἡ εἱμαρμένη, mich ruft das Schicksal, Phaed. 115a ; ού παρεγένοντο βασιλεῖ καλοῦντι, als er sie rief zum Kriege, zum Heere zu kommen, Xen. An. 5.6.8 ; – bes. zum Gastmahl, in sein Haus rufen, einladen, Od. 10.231, 17.382 u. öfter ; εἰς θοίνην Eur. Ion 1140 ; ἐπὶ δεῖπνον Xen. An. 7.3.18, Mem. 2.3.11 ; Plat. Symp. 213a ; ὑπὸ σοῦ κεκλημένος 174d ; κληθέντες πρὸς Ξενόφρονα, zum X. eingeladen, Dem. 19.196 ; ὁ κεκλημένος, der geladene Gast, Damox. Ath. III.102d ; – in der Gerichtssprache, vor Gericht rufen, vorladen ; vom Richter, ὁ ἄρχων ἐκάλει εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς ἀμφισβητοῦντας κατὰ τὸν νόμον Dem. 48.25 ; ähnl. ἕως ἂν τὴν δίκην ἄρχων καλῇ Ar. Vesp. 1441, wie ἡ ἐμὴ δίκη καλεῖται Nub. 780 ; καλουμένης τῆς γραφῆς, als die Klage vorkam, Dem. 48.43 ; vom Kläger, vor Gericht ziehen, belangen, Dem. 19.211 ; häufig im med., καλοῦμαι Στρεψιάδην ἐς τὴν ἔνην τε καὶ νέαν Ar. Nub. 1221 ; τὸν ἔχοντα καλείσθω πρὸς τὴν ἀρχήν Plat. Legg. XI.914c. – Soph. τὰς ἀράς, ἅς σοι καλοῦμαι, die ich dir anwünsche, O.C. 1387 ; med. = zu sich herbeirufen Phil. 228.
Nom. pl. masc. pres. pple. καλεῦντες Od. 10.229, 255, Od. 12.249.
Non-thematic pres. infin. καλήμεναι Il. 10.125.
3 sing. pa. iterative καλέεσκε Il. 6.402.
3 pl. καλέεσκον Il. 9.562.
Fut. pple. καλέων Od. 4.532, Od. 15.213.
Fem. καλέουσα Il. 3.383: Od. 13.413.
Aor. κάλεσσα Il. 24.106.
2 sing. (ἐ)κάλεσσας Il. 20.16: Od. 17.379.
3 sing. κάλεσσε Od. 23.43, Od. 24.388.
3 pl. κάλεσσαν Il. 16.693, Il. 22.297.
Subj. καλέσσω Il. 6.280: Od. 17.52.
3 sing. opt. καλέσειε Il. 10.111, 171, Il. 24.74: Od. 4.735.
Imp. κάλεσον Od. 22.391. κάλεσσον Il. 4.193, Il. 10.53, Il. 12.343, Il. 15.54: Od. 17.529, 544.
Pple. καλέσας, -αντος Il. 15.303, Il. 19.34: Od. 1.90, 272, Od. 7.189, Od. 17.330, 342. καλέσσας Od. 2.348, Od. 11.410, Od. 15.529.
Fem. καλέσασα Il. 1.402: Od. 1.416, Od. 17.507.
Infin. καλέσσαι Il. 3.117, Il. 20.4: Od. 23.44, 51.
Mid. 3 sing. aor. (ἐ)καλέσσατο Il. 1.54, Il. 3.161, Il. 15.143, Il. 17.507, Il. 24.193.
3 pl. καλέσαντο Il. 1.270.
Imp. pl. καλέσασθε Od. 8.43.
Pple. καλεσσάμενος, -ου Il. 5.427: Od. 3.137, Od. 19.15, Od. 21.380, Od. 22.436.
Fem. καλεσσαμένη Il. 14.188.
Pass. 3 pl. impf. καλεῦντο Il. 2.684.
3 sing. pa. iterative καλέσκετο Il. 15.338.
2 sing. fut. pf. κεκλήσῃ Il. 3.138.
Pf. κέκλημαι Il. 4.61, Il. 18.366.
3 sing. κέκληται Il. 10.259, Il. 11.758.
3 pl. plupf. κεκλήατο Il. 10.195.
Pple. κεκλημένος Il. 2.260: Od. 6.244.
Infin. κεκλῆσθαι Il. 14.268.
(ἐκ-, ἐκπρο-, προ-, προκαλίζομαι, συψ-.)
- 1
To call, call to, summon, to bid, invite or request to come or appear: Μαχάονα δεῦρο κάλεσσον Il. 4.193, ὅσοι κεκλήατο βουλήν (to the . . .) Il. 10.195. Cf. Il. 1.402, Il. 3.117, Il. 10.53, Il. 13.740, Il. 20.4, Il. 23.203, Il. 24.74, etc.: τὴν θάλαμόνδε καλέσσας Od. 2.348. Cf. Od. 1.90, Od. 4.735, Od. 6.55, Od. 10.114, Od. 15.529, Od. 22.391, etc.
With infin. denoting the purport of the summons: ἐς πεδίον καταβῆναι Il. 3.250. Cf. Il. 3.390, Il. 10.197, Il. 15.54.
In mid. καλεσσαμένη Ἀφροδίτην Il. 14.188, ἐς ἄλοχον ἐκαλέσσατο (to his presence) Il. 24.193. Cf. Il. 1.54, 270, Il. 3.161, Il. 5.427, Il. 15.143, Il. 17.507: Od. 3.137, Od. 8.43, Od. 19.15=Od. 21.380, Od. 22.436.
To call to for aid in extremity: ἐμὲ φθέγγοντο καλεῦντες Od. 12.249.
- 2
To bid or invite to a feast or meal or to one’s house: πάντες [μιν] καλέουσιν Od. 11.187. Cf. Od. 4.532, Od. 11.410, Od. 15.213.
- 3
To call by such and such a name, to name, call, speak of as, so and so: ὅν βριάρεων καλέουσι θεοί Il. 1.403, Ἀλησίου ἔνθα κολώνη κέκληται (where is the hill called A.) Il. 11.758. Cf. Il. 1.293, Il. 5.306, Il. 6.402, Il. 10.259, Il. 14.210, Il. 18.487, Il. 24.316, etc.: ὄνομʼ ὅττι σε κεῖωι κάλεον Od. 8.550. Cf. Od. 5.273, Od. 10.305, Od. 12.61, Od. 13.104 = 348, Od. 14.147.
- 4
In pass., to bear the name of so and so, be known as, have the reputation of being, be, so and so: σὴ παράκοιτις κέκλημαι Il. 4.61=Il. 18.366. Cf. Il. 2.260, Il. 3.138, Il. 14.268: ἀφνειοὶ καλέονται Od. 15.433, Od. 17.423=Od. 19.79. Cf. Od. 6.244, Od. 7.313.
- 1
- a name, call c. acc. dupl. c. acc. & inf. pend., c. acc., c. gen. τὸ καὶ κατεφάμιξεν καλεῖσθαί μιν χρόνῳ σύμπαντι μάτηρ τοῦτʼ ὄνυμʼ ἀθάνατον O. 6.56 κέκληνται δέ σφιν ἕδραι are called after them O. 7.76 μάτρωος δʼ ἐκάλεσσέ μιν ἰσώνυμον ἔμμεν O. 9.63 ἤ τινα Λατοίδα κεκλημένον ἢ πατέρος (i. e. someone called after Apollo or the father, = ? someone like Asklepios or Apollo; interpr. dub., cf. Wil. on Eur. Her., 31) P. 3.67 “θήσονταί τέ νιν ἀθάνατον, Ζῆνα καὶ Ἀπόλλωνʼ Ἀγρέα καὶ Νόμιον, τοῖς δʼ Ἀρισταῖον καλεῖν” P. 9.65 ἀμφʼ ἀκταῖς Ἑλώρου ἔνθʼ Ἀρείας πόρον ἄνθρωποι καλέοισι N. 9.41 γαῖαν, τὰν δὴ καλέοισιν Ὀλυμπίου Διὸς ἄλσος I. 2.27 καλέοντί μιν (= Δᾶλον) Ὀρτυγίαν ναῦται πάλαι Πα. 7B. 48. θεόν, τὸν Βρόμιον, τὸν Ἐριβόαν τε βροτοὶ καλέομεν fr. 75. 10. ὦ μάκαρ, ὅν τε μεγάλας θεοῦ κύνα παντοδαπὸν καλέοισιν Ὀλύμπιοι (Boeckh: καλέουσιν codd. Aristot.) fr. 96. 3. Κρῆτα μὲν καλέοντι τρόπον (Schr.: καλέοισι codd.) *fr. 107b. 2* ἥροες ἁγνοὶ πρὸς ἀνθρώπων καλέονται fr. 133. 6.
- b call upon, invoke Ἀλφεῷ μέσσῳ καταβαίς, ἐκάλεσσε Ποσειδᾶνʼ εὐρυβίαν καὶ τοξοφόρον σκοπόν O. 6.58 εὐρυβίαν καλέων θεόν P. 2.12 κυμάτων ῥιπὰς ἀνέμους τʼ ἐκάλει P. 4.195 αἰτέομαι χρυσέαν καλέσαι Μοῖσαν I. 8.5
- c call, invite ἐκάλεσε πατὴρ τὸν εὐνομώτατον ἐς ἔρανον φίλαν τε Σίπυλον O. 1.37 ἀλλʼ Αἰακίδαν καλέων ἐς πλόον (sc. Ἡρακλέης) I. 6.35 med., καλέσαντο συνεργὸν τείχεος (sc. Αἰακόν) O. 8.32 c. acc. & inf., ἔνθα καί νυν ἐπίνομον ἡρωίδων στρατὸν ὁμαγερέα καλεῖ συνίμεν P. 11.8 ὁ Μοισαγέτας με καλεῖ χορεῦσαι Ἀπόλλων fr. 94c. 1. met., ]ε καλέοντι μολπαὶ [Δᾶλ]ον ἀνʼ εὔοδμον Pae. 2.96
- d frag. ]ση καλεῖν[ Πα. 13b. 12.
Strong 2564
1. to call, summon: c. acc. pers., Mt 20:8 25:14, Mk 3:31, Lk 19:13, Ac 4:18; seq. ἐκ, Mt 2:15(LXX); metaph., I Pe 2:9.
2. to call to one's house, invite: Lk 14:16, I Co 10:27, Re 19:9; εἰς τ. γάμους, Mt 22:3, 9, Lk 14:8, 9, Jo 2:2; ὁ καλέσας, Lk 7:39; οἱ κεκλημένοι, Mt 22:8; metaph., of inviting to partake of the blessings of the kingdom of God (Dalman, Words, 118 f.): Ro 8:30 9:24, 25, I Co 7:17, 18; seq. εἰς, I Co 1:9, I Th 2:12, I Ti 6:12; ὁ καλῶν (καλέσας), of God, Ga 1:6 5:8, I Th 5:24, I Pe 1:15, II Pe 1:3; οἱ κεκλκλημένοι, He 9:15; seq. ἐν (ἐπί), I Co 7:15, Ga 5:13, Eph 4:4, I Th 4:7; κλήσει, Eph 4:1, II Ti 1:9.
3. to call, name, call by name: pass., Mt 2:23, Lk 1:32, al.; καλούμενος, Lk 7:11, Ac 7:58, al.; ὁ κ. (Deiss., BS, 210), Lk 6:15 22:3 23:33, Ac 10:1, Re 12:9, al.; c. pred. nom., Mt 5:9, Lk 1:35, Ro 9:26, Ja 2:23, I Jo 3:1. (Cf. ἀντι-, ἐν-, εἰσ- (-μαι), ἐπι-, μετα-, παρα-, συν-παρα-, προ-, προσ-, συν-καλέω.)
1
a
δεῦρό μοι, βασιλεῦ, <καλῶ σε> θεὸν θεῶν, ἰσχυρόν
aquí a mí, rey, a ti te invoco, dios de dioses, poderoso
καλῶ σε, πατέρα τῶν ὅλων δυνάμε[ω]ν, πατέρα τοῦ [ἅπα]ντος [κό]σ[μ]ου
te invoco a ti, padre de todas las fuerzas, padre de todo el cosmos
b
ὅταν τελέσῃς πάντα τὰ προειρημένα, κάλει τῇ ἐπαοιδῇ
cuando hayas terminado todo lo dicho anteriormente, invócalo con este cántico
σὲ καλῶ, τὸν μέγαν ἐν οὐρανῷ, ἀεροειδῆ
te invoco a ti, el que es grande en el cielo, que eres como el aire
c
Ἑρμῆν σὲ καλῶ, θεὸν ἀθάνατον
a ti te invoco, Hermes, dios inmortal
d
σὲ καλῶ, τὸν πρῶτα θεῶν ὅπλον διέποντα
a ti te invoco, el primero de los dioses en manejar las armas
ὁ δεῖνα, λε<ί>πας τὸ γλυκὺ φῶς· καὶ ὑπηρέτει μοι ... ὅταν σε καλέσω
fulano, que dejaste la dulce luz, ponte a mi servicio cuando te llame
e
σὲ καλῶ τὸν μέγαν, ... ᾧ τὸ ἀνόμημα ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἰδίου τέκνου
a ti te invoco, al grande, quien sufrió injusticia a manos de su propio hijo
f
σὲ καλῶ τὸν ἀκέφαλον, τὸν κτίσαντα γῆν καὶ οὐρανόν
a ti te invoco, el Acéfalo, el que creó tierra y cielo
g
καλέσω, καὶ ἀκούσῃ μου τῶν ἱερῶν λόγων
te invocaré y oirás mis sagradas fórmulas
δεῦρ' Ἑκάτη, πυρίβουλε, καλῶ σε ἐπ' ἐμαῖς ἐπαοιδαῖς
aquí, Hécate, de ardiente consejo, te invoco con mis cánticos
h
καλῶ σε, τριπρόσωπον θεάν, Μήνην, ...
a ti te invoco, diosa de tres caras, Mene
i
λαβὼν κλῶνα δάφνης ἑπτάφυλλον ἔχε ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ καλῶν τοὺς οὐρανίους θεούς
toma una rama de siete hojas de laurel y sosténla con la mano derecha mientras invocas a los dioses del cielo
σε καλῶ, τὸν καταλάμποντα τὴν ὅλην οἰκουμένην
a ti te invoco, el que ilumina todo el mundo habitado
εἰ μὴ γὰρ αὐτοὺς καλέσῃς, οὐκ ἐπακούουσι ὡς ἀμυστηριάστῳ σοι ὑπάρχοντι
pues si no los invocas, no te escucharán, como a uno que no está iniciado
καλῶ σε], ἐν τῷ βυθῷ τὴν δύναμιν ἔχουσαν
te invoco a ti, que en lo profundo tienes tu fuerza
j
καὶ σὲ καλῶ, Γαβριὴλ πρωτάγγελε
y a ti te invoco, Gabriel, arcángel
ἀθρήσεις, ὃν ἐκάλεσας ἄγγελον πεμφθ[έντα σ]οί
verás que te ha sido enviado el ángel al que invocaste
2
pues, a veces, al pronunciar la fórmula que atrae a la divinidad, viene la oscuridad
- Ito call, summon, Hom., etc.: Mid. to call to oneself, Hom.
- 2to call to a repast, to invite, Od.; κ. ἐπὶ δεῖπνον Hdt., Xen.; κληθέντες πρός τινα invited to his house, Dem.
- 3to call on, invoke, τοὺς θεούς Hdt., Attic; so in Mid., Aesch., etc.:—but ἀράς, ἅς σοι καλοῦμαι curses, which I call down on thee, Soph.:—in Pass., of the god, to be invoked, Aesch.
- 4as law-term, of the judge, to cite or summon before the court, Ar., Dem.; πρὶν τὴν ἐμὴν δίκην καλεῖσθαι before it is called on, Ar.
- bof the plaintiff, in Mid., καλεῖσθαί τινα to sue at law, Lat. vocare in jus, Ar., etc.
- IIto call by name, to call, name, Il., Trag.:— ὄνομα καλεῖν τινά to call him a name (i. e. by name), Od.; so, without ὄνομα, τί νιν καλοῦσα τύχοιμʼ ἄν; Aesch.:—Pass., τύμβωι δʼ ὄνομα σῶι κεκλήσεται a name shall be given to thy tomb, Eur.
- 2in perf. pass. κέκλημαι, to have received a name, to bear it, often = εἰμί, to be, οὕνεκα σὴ παράκοιτις κέκλημαι because I am thy wife, Il.; πόσις κεκλημένος εἴη were to be my spouse, Od.;—rarely in pres., ἐμὸς γαμβρὸς καλέεσθαι Il.
- 3poet. Ἀλεισίου ἔνθα κολώνη κέκληται where is the hill called the hill of Aleisios, Il.
- bfoll. by a dependent clause, καλεῖ με, πλαστὸς ὡς εἴην πατρί, i. e. καλεῖ με πλαστόν, calls me a supposititious son, Soph.
-
…οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἐθέλουσιν ἄρχειν οἱ ἀγαθοὶ οὔτε τιμῆς · οὔτε γὰρ φανερῶς πραττόμενοι τῆς ἀρχῆς ἕνεκα μισθὸν μισθωτοὶ βούλονται κεκλῆσθαι, οὔτε λάθρᾳ αὐτοὶ ἐκ τῆς ἀρχῆς λαμβάνοντες κλέπται. οὐδʼ αὖ τιμῆς ἕνεκα · οὐ γάρ εἰσι φιλότιμοι .…
Plato, Republic
-
…διʼ ἅ, εἴρηκα. φέρε δή, τὸ τοιόνδε περὶ αὐτῶν πῶς λέγεις ; τὸ μέν που ἀρετὴν αὐτοῖν καλεῖς, τὸ δὲ κακίαν ; πῶς γὰρ οὔ ; οὐκοῦν τὴν μὲν δικαιοσύνην ἀρετήν, τὴν δὲ ἀδικίαν κακίαν ;…
Plato, Republic
-
…παραδόντες ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο. ἐν τοιούτῳ δʼ ὄντι μοι κινδυνεύειν ἐδόκει, ὡς τοῦ γε ἀποθανεῖν ὑπάρχοντος ἤδη. καλέσας δὲ Δάμνιππον λέγω πρὸς αὐτὸν τάδε, ἐπιτήδειος μέν μοι τυγχάνεις ὤν, ἥκω δʼ εἰς τὴν σὴν οἰκίαν ,…
Lysias, Speeches
-
…ἐστὶν ἢ ναύτης ; ναυτῶν ἄρχων. οὐδὲν οἶμαι τοῦτο ὑπολογιστέον, ὅτι πλεῖ ἐν τῇ νηί, οὐδʼ ἐστὶν κλητέος ναύτης · οὐ γὰρ κατὰ τὸ πλεῖν κυβερνήτης καλεῖται, ἀλλὰ κατὰ τὴν τέχνην καὶ τὴν τῶν ναυτῶν ἀρχήν .…
Plato, Republic
-
…ἔργῳ, ἐπειδὰν μηδʼ ὁπωστιοῦν φαίνωμαι δεινὸς λέγειν, τοῦτό μοι ἔδοξεν αὐτῶν ἀναισχυντότατον εἶναι, εἰ μὴ ἄρα δεινὸν καλοῦσιν οὗτοι λέγειν τὸν τἀληθῆ λέγοντα · εἰ μὲν γὰρ τοῦτο λέγουσιν, ὁμολογοίην ἂν ἔγωγε οὐ κατὰ τούτους εἶναι ῥήτωρ…
Plato, Apology
-
…τοῦτο ὑπολογιστέον, ὅτι πλεῖ ἐν τῇ νηί, οὐδʼ ἐστὶν κλητέος ναύτης · οὐ γὰρ κατὰ τὸ πλεῖν κυβερνήτης καλεῖται, ἀλλὰ κατὰ τὴν τέχνην καὶ τὴν τῶν ναυτῶν ἀρχήν. ἀληθῆ, ἔφη. οὐκοῦν ἑκάστῳ τούτων ἔστιν τι…
Plato, Republic
-
…οὖσιν ἐπιδεῖξαι ἐθέλω τὸ νυνί μοι συμβεβηκὸς τί ποτε νοεῖ. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί ὑμᾶς γὰρ δικαστὰς καλῶν ὀρθῶς ἂν καλοίην θαυμάσιόν τι γέγονεν. ἡ γὰρ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ…
Plato, Apology
-
…τὸ νυνί μοι συμβεβηκὸς τί ποτε νοεῖ. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί ὑμᾶς γὰρ δικαστὰς καλῶν ὀρθῶς ἂν καλοίην θαυμάσιόν τι γέγονεν. ἡ γὰρ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παντὶ πάνυ πυκνὴ…
Plato, Apology
-
…συμφορὰ τῇ πόλει ἐγένετο, δημοκρατίας ἔτι οὔσης, ὅθεν τῆς στάσεως ἦρξαν, πέντε ἄνδρες ἔφοροι κατέστησαν ὑπὸ τῶν καλουμένων ἑταίρων, συναγωγεῖς μὲν τῶν πολιτῶν ἄρχοντες δὲ τῶν συνωμοτῶν, ἐναντία δὲ τῷ ὑμετέρῳ πλήθει πράττοντες · ὧν Ἐρατοσθένης…
Lysias, Speeches
-
…οὐκοῦν καὶ μισθωτικὴ μισθόν ; αὕτη γὰρ αὐτῆς ἡ δύναμις · ἢ τὴν ἰατρικὴν σὺ καὶ τὴν κυβερνητικὴν τὴν αὐτὴν καλεῖς ; ἢ ἐάνπερ βούλῃ ἀκριβῶς διορίζειν, ὥσπερ ὑπέθου, οὐδέν τι μᾶλλον, ἐάν τις κυβερνῶν ὑγιὴς γίγνηται διὰ…
Plato, Republic