πρεσβεύω
πρεσβεύω, to be the elder; to be an ambassador
- I prop. of age,
- 1 intr., to be the elder or eldest, S. OC 1422; οἱ ἀεὶ πρεσβεύοντες Pl. Lg. 951e: c. gen. pers., to be older than, be the eldest of a number, τῶν προτέρων ἐπρέσβευε Hdt. 7.2; π. τῶν ἄλλων κατὰ τὴν ἡλικίαν Timae. 114; π. ἀπʼ αὐτοῦ to be his eldest son, Th. 6.55; of wine, πολλαῖς π. ἐτέων . . ὥραις Archestr. Fr. 60.2; π. τοῖς χρόνοις τὰ ἡρωικά Ath. 1.19a: hence,
- b take the first place, be best, S. Ant. 720; οἷσι πρεσβεύει γένος, of the male sex, E. Heracl. 45.
- c c. gen., rank before, take precedence of others, π. τῶν πολλῶν πόλεων Pl. Lg. 752e: hence, rule over, Ὀλύμπου π. S. Aj. 1389; Ἴναχε . . μέγα πρεσβεύων Ἄργους γύαις Id. Fr. 270 (anap.); also, have at oneʼs command or disposal, c. gen., καὶ εἰ (καὶ σὺ Kaibel) τῶν λόγων αὐτοῦ πρεσβεύεις Ath. 8.352d.
- 2 trans., place as oldest or first, put first in rank, πρῶτον . . πρεσβεύω θεῶν Γαῖαν A. Eu. 1: hence, pay special honour or worship to, πρῶτον τόνδε πρεσβεύσω τάφον Id. Ch. 488, cf. S. Tr. 1065, Pl. Smp. 186b; joined with τιμῶ Id. Cri. 46c; τὰ δίκαια πρὸ παντὸς ἰδίου συμφέροντος Plu. Luc. 3, cf. Arr. An. 6.30.3:—Pass., hold the first place, Παλλὰς . . ἐν λόγοις π. A. Eu. 21; ὁ δʼ ὕστατός γε τοῦ χρόνου π. is first in point of time, Id. Ag. 1300: c. gen., κακῶν πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον is most notable of mischiefs, Id. Ch. 631 (lyr.); τὸ πρεσβύτερον τοῦ νεωτέρου ἐστὶ πρεσβευόμενον is more honoured than . ., Pl. Lg. 879b.
- b later, cultivate arts, etc., διαλεκτικόν, τὸ . . τοὺς λόγους πρεσβεῦον D.L. 1.18; π. παρὰ Ῥοδίοις ἃ μήπω ἐγίγνωσκον Philostr. VS 1 Praef.; πόλις ὄρχησιν μάλιστα πρεσβεύουσα Luc. Salt. 76.
- II to be an ambassador or serve as one, IG 1(2).135.5; ἀπὸ Κορίνθου Hdt. 5.93; εἰς Θετταλίαν And. 4.41; παρά or πρός τινα, Pl. Chrm. 158a, X. Cyr. 5.1.3; τινος for one, E. Heracl. 479: abs., Ar. Ach. 610, etc.: c. acc. cogn., ἃς ἐπρέσβευσεν [εἰς Θήβας] πρεσβείας Din. 1.16.
- b at Rome, act as legatus, Plu. Sull. 4.
- 2 c. acc. objecti, π. εἰρήνην negotiate peace, And. 3.23, Isoc. 4.177, D. 19.134, etc.; π. ὑπὲρ τουτωνὶ τὰ βέλτιστα ib. 189; π. πολλὰ καὶ δεινά ibid.:— Pass., τὰ αὑτῷ πεπρεσβευμένα his negotiations, ib. 20; πολλὰ καὶ δεινὰ πεπρεσβεῦσθαι ib. 240.
- 3 Med., send ambassadors, ἐς χωρία, ἐς τὴν Θουρίαν, Th. 2.7, 6.104; πρεσβεύεσθαι παρά τινας Id. 4.41, etc.; πρός τινας Id. 1.126; ἐς Λακεδαίμονα περὶ καθόδου Id. 3.85.
- b go as ambassador, Id. 5.39.
- III c. acc. rei, represent, urge, maintain, Luc. Pisc. 23; [δόγματα] Gal. 6.753; τὴν ὄψιν κατὰ εἰσδοχὴν π. Olymp. in Mete. 5.6: c. inf., κατὰ ἐκπομπὴν εἶναι τὴν ὄψιν ib. 10.
1. ~
a. intrans. de oudste zijn:
b. met gen. superieur zijn aan, belangrijker zijn dan, heersen over:
c. met acc. als oudste beschouwen, als eerste beschouwen, respecteren, eren:
2. ~
a. gezant zijn, bemiddelen:
b. met acc. v.h. inw. obj. onderhandelen over, door onderhandeling bereiken:
2) Gesandter sein, als Gesandter reisen, unterhandeln ; Eur. Heracl. 480 ; ἤδη πεπρέσβευκας, Ar. Ach. 585 ; u. in Prosa : πρεσβεύειν τὴν εἰρήνην, als Gesandter den Frieden unterhandeln, Andoc. 3.23, wie Isocr. 4.177 ; auch φιλίαν, Andoc. 3.29 ; ὁσάκις παρὰ μέγαν βασιλέα πρεσβεύων ἀφίκετο, Plat. Charm. 158a, u. öfter ; Xen. u. Folgde, wie Plut. Alcib. 24. Häufiger in dieser Bdtg im med., wie Thuc. 1.31, 94, 4.41 u. sonst ; gew. absol., ἦλθον ἐς τοὺς Βοιωτοὺς πρεσβευόμενοι, als Gesandte, 5.39 ; eine Gesandtschaft schicken, πρεσβευομένοις αὐτοῖς πανταχόσε βοηθεῖν οὐδεὶς ἤθελε, Plat. Legg. III.698d ; Thuc. 1.67, 91. – Aber pass. ist ἀπαγγέλλειν τι τῶν πεπρεσβευμένων Dem. 19.19.
Strong 4243
*
1. to be the elder, to take precedence.
2. to be an ambassador (v.s. πρεσβύτης): II Co 5:20, Eph 6:20.†
- Iproperly of age,
- 1intr. to be the elder or eldest, Soph.; τῶν προτέρων ἐπρέσβευε he was the eldest of the former children, Hdt.; πρ. ἀπʼ αὐτοῦ to be his eldest son, Thuc.
- bto take the first place, be best, Soph.:—c. gen. to rank before, take precedence of others, πρ. τῶν πολλῶν Plat.; to rule over, Ὀλύμπου πρ. Soph.
- 2trans. to place as eldest or first, to put first in rank, to pay honour or worship to, Aesch., Soph.:—Pass. to be put in the first rank, hold the first place, Lat. antiquior sum, Aesch.; c. gen., πρεσβεύεται κακῶν is most notable of mischiefs, Aesch.
- IIto be an ambassador or go as one, serve or negociate as one, Hdt., Eur., etc.; v. πρεσβεία fin.
- 2c. acc. objecti, πρ. τὴν εἰρήνην to negotiate peace, Dem.; so, πρ. ὑπὲρ τουτωνί Dem.
- 3Mid. to send ambassadors, Thuc.:—also to go as ambassador, Thuc.
- 4Pass., τὰ ἑαυτῶι πεπρεσβευμένα his negotiations, Dem.
-
…νῦν ἐκβαλεῖν, ἐπειδή μοι ἥδε ἡ τύχη γέγονεν, ἀλλὰ σχεδόν τι ὅμοιοι φαίνονταί μοι, καὶ τοὺς αὐτοὺς πρεσβεύω καὶ τιμῶ οὕσπερ καὶ πρότερον · ὧν ἐὰν μὴ βελτίω ἔχωμεν λέγειν ἐν τῷ παρόντι, εὖ ἴσθι ὅτι οὐ…
Plato, Crito
-
…νηὶ ἕως ἂν ταῦτα παρασκευασθῇ. Ἀθηναῖοι δὲ τήν τε ὑπάρχουσαν ξυμμαχίαν ἐξήταζον καὶ ἐς τὰ περὶ Πελοπόννησον μᾶλλον χωρία ἐπρεσβεύοντο, Κέρκυραν καὶ Κεφαλληνίαν καὶ Ἀκαρνᾶνας καὶ Ζάκυνθον, ὁρῶντες, εἰ σφίσι φίλια ταῦτʼ εἴη βεβαίως, πέριξ τὴν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…καὶ ἐκέλευον ἐκτὸς ὅρων εἶναι αὐθημερόν, τό τε λοιπὸν ἀναχωρήσαντας ἐπὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν, ἤν τι βούλωνται, πρεσβεύεσθαι. ξυμπέμπουσί τε τῷ Μελησίππῳ ἀγωγούς, ὅπως μηδενὶ ξυγγένηται. ὁ δʼ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς ὁρίοις ἐγένετο καὶ ἔμελλε…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ναυτίλλεται. ἀλλʼ εἶκε καὶ θυμῷ μετάστασιν δίδου. γνώμη γὰρ εἴ τις κἀπʼ ἐμοῦ νεωτέρου πρόσεστι, φήμʼ ἔγωγε πρεσβεύειν πολὺ φῦναι τὸν ἄνδρα πάντʼ ἐπιστήμης πλέων · εἰ δʼ οὖν, φιλεῖ γὰρ τοῦτο μὴ ταύτῃ ῥέπειν, καὶ…
Sophocles, Antigone
-
…πρῶτον μὲν εὐχῇ τῇδε πρεσβεύω θεῶν τὴν πρωτόμαντιν Γαῖαν · ἐκ δὲ τῆς Θέμιν, ἣ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδʼ ἕζετο μαντεῖον, ὡς…
Aeschylus, Eumenides
-
…τῆς προτέρης γυναικός, Γοβρύεω θυγατρός, καὶ βασιλεύσαντι ἐξ Ἀτόσσης τῆς Κύρου ἕτεροι τέσσερες. τῶν μὲν δὴ προτέρων ἐπρέσβευε Ἀρτοβαζάνης, τῶν δὲ ἐπιγενομένων Ξέρξης. ἐόντες δὲ μητρὸς οὐ τῆς αὐτῆς ἐστασίαζον, ὁ μὲν Ἀρτοβαζάνης κατότι πρεσβύτατός…
Herodotus, The Histories
-
…. Ἄδμηθʼ, ὁρᾷς γὰρ τἀμὰ πράγμαθʼ ὡς ἔχει, λέξαι θέλω σοι πρὶν θανεῖν ἃ βούλομαι. ἐγώ σε πρεσβεύουσα κἀντὶ τῆς ἐμῆς ψυχῆς καταστήσασα φῶς τόδʼ εἰσορᾶν θνῄσκω, παρόν μοι μὴ θανεῖν ὑπὲρ σέθεν, ἀλλʼ ἄνδρα τε…
Euripides, Alcestis
-
…θρόνοις · Διὸς προφήτης δʼ ἐστὶ Λοξίας πατρός. τούτους ἐν εὐχαῖς φροιμιάζομαι θεούς. Παλλὰς προναία δʼ ἐν λόγοις πρεσβεύεται · σέβω δὲ νύμφας, ἔνθα Κωρυκὶς πέτρα κοίλη, φίλορνις, δαιμόνων ἀναστροφή · Βρόμιος ἔχει τὸν χῶρον ,…
Aeschylus, Eumenides
-
…ἐπʼ ἀνδρὶ δᾴοις ἐπεικότως σέβαι. τίω δʼ ἀθέρμαντον ἑστίαν δόμων γυναικείαν ; τʼ ; ἄτολμον αἰχμάν. κακῶν δὲ πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον λόγῳ · γοᾶται δὲ δὴ πάθος κατά πτυστον · ᾔκασεν δέ τις τὸ δεινὸν αὖ Λημνίοισι πήμασιν .…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…γενέσθαι καὶ ὠφελίαν τινὰ πειρᾶσθαι ἀπʼ αὐτῶν εὑρίσκεσθαι. οἱ δὲ Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυτικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται .…
Thucydides, The Peloponnesian War