χαλεπός
χαλεπός, χαλεπός, χαλεπή, χαλεπόν, difficult, harsh
- difficult (ὃ ἂν μὴ ῥᾴδιον ᾖ ἀλλὰ διὰ πολλῶν πραγμάτων γίγνηται Pl. Prt. 341d: opp. ῥᾴδιος, Arist. Rh. 1363a24, in various relations):
- I in reference to the feelings, hard to bear, painful, grievous (so freq. in Hom.), κεραυνός Il. 14.417; θύελλα 21.335; ἄνεμοι Od. 12.286; πόνος 23.250; ἄλγος, πένθος, 2.193, 6.169; γῆρας Il. 8.103; ἄλη Od. 10.464; χαλεπώτερος ἄεθλος Hes. Th. 800; ἄλλα τῶν κατεχόντων πρηγμάτων -ώτερα Hdt. 6.40; χ. πνεῦμα A. Supp. 166 (lyr.); δύα Id. Th. 228 (lyr.); χαλεπώτατα [πράγματα] S. Tr. 1273 (anap.); συμφορά E. Hipp. 768 (lyr.); νόσος, πλάνη, etc., X. Smp. 4.37, Pl. Sph. 245e (Comp.), etc.; ἡ ἐσβολὴ αὕτη -ωτάτη τοῖς Ἀθηναίοις ἐγένετο Th. 3.26; [θώρακες] δύσφοροι καὶ χ., of ill-fitting cuirasses, X. Mem. 3.10.13: τὸ χ. τοῦ πνεύματος the severity of the wind, Id. An. 4.5.4; τὰ χ. hardships, opp. τὰ τερπνά, Id. Mem. 2.1.23, etc.; τερπνῶν χαλεπῶν τε κρίσις Pi. Fr. 131, cf. Plot. 5.9.14: Comp., more unpleasant, Jul. Or. 6.202c.
- 2 hard to do or deal with, difficult, irksome, -ώτατον ἔργον ἁπάντων Ar. Eq. 516 (anap.); cf. Th. 3.59 (Sup.), etc.; χαλεπὰ τὰ καλά prov. ap. Pl. Hp.Ma. 304e, al., attributed to Solon by Sch. ad loc.; χαλεπὸν ὁ βίος X. Mem. 2.9.1, cf. Pl. Plt. 299e: c. inf. Act. or Med., χαλεπή τοι ἐγὼ μένος ἀντιφέρεσθαι, = χαλεπόν ἐστί μοι ἀντιφέρεσθαί σοι, Il. 21.482; χαλεποὶ δὲ θεοὶ φαίνεσθαι ἐναργεῖς 20.131; χαλεπὸν δέ τʼ ὀρύσσειν [τὸ μῶλυ] Od. 10.305; χ. προϊδέσθαι καπρός Hes. Sc. 386; χ. ἔρις ἀνθρώποις ὁμιλεῖν κρεσσόνων Pi. N. 10.72; χ. προσπολεμεῖν Isoc. 4.138, cf. Th. 7.51 (Comp.); χ. συγγενέσθαι, εὑρεῖν, γενέσθαι, Pl. R. 330c, 412b, 502c; χ. πάσχειν Id. Cri. 49b (Comp.): also c. inf. Pass., χαλεπὸς διαγνωσθῆναι καὶ δειχθῆναι Antipho 2.1.1, cf. Th. 3.94, etc.; χαλεπὸν ληφθῆναι ὁ τόπος Arist. Ph. 212a8; χαλεπόν [ἐστι] c. inf., ʼtis hard, difficult to do, Od. 4.651; c. acc. et inf., ʼtis difficult for one to do . ., Il. 16.620, Od. 20.313: c. dat. et inf., Il. 21.184, Od. 11.156.
- 3 dangerous, λιμένες 19.189; θάλασσα Th. 4.24; χ. τὰ παρόντα X. An. 3.2.2.
- 4 of ground, difficult, rugged, χωρία χ. καὶ πετρώδη Th. 4.9; ὁδός Id. 5.58, Pl. R. 328e; χ. . . καὶ προσάντης . . ὁδός ἐστιν Anaxandr. 56; πρόσοδοι X. An. 5.2.3; πορεία ib. 5.6.10; σταθμός ib. 4.5.3; χωρίον -ώτατον a place most difficult to take, ib. 4.8.2.
- II of persons, hard to deal with, cruel, harsh, stern (opp. πρᾷος, Pl. R. 493b (Sup.), Arist. EN 1126a26), βασιλεύς, δαίμων, Od. 2.232, 19.201; χαλεποί τε καὶ ἄγριοι 8.575; -ώτερος a more bitter enemy, Th. 3.40; -ώτατοι most difficult to deal with, most dangerous or troublesome, ib. 42, cf. 7.21; -ώτεροι πάροικοι Id. 3.113; χαλεπόν γε θυγάτηρ κτῆμα Men. 18: c. dat. pers., cruel or harsh towards one, Od. 17.388; τοῖς ξυμπροθυμηθεῖσι τὸν ἔκπλουν Th. 8.1, etc.; πρὸς τοὺς πολεμίους, τοὺς ἀγνῶτας, Pl. R. 375c, Arist. Pol. 1328a8 (also πρὸς τοὺς δρόμους X. Cyn. 5.17); ἐπὶ νύμφαις ἀλλοτρίαις Theoc. 22.145.
- b of words, χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ Il. 2.245, etc.; ἐρεθιζέμεν αἰεὶ μύθοισιν χ. Od. 17.395; χ. ὀνείδεα, ὁμοκλαί, Il. 3.438, Od. 17.189; φῆμις 14.239; μῆνις Il. 5.178.
- c esp. of judges, ἦν τὸ δίκαιον φυλάσσων χ. Hdt. 1.100, cf. Pl. Criti. 107d, And. 4.36; also χ. ἀρχή Th. 1.77; τιμωρία Pl. Ap. 39c (Comp.); νόμοι Id. Hp.Mi. 372a (Comp.), D. 21.44, 35.50.
- d savage, fierce, κύνες X. An. 5.8.24, Cyn. 10.23; of bees, Arist. HA 624b30 (Comp.); [θηρία] χ. τὰς φύσεις Pl. Plt. 274b.
- 2 ill-tempered, testy, χ. ὢν καὶ δύσκολος Ar. V. 942, cf. Isoc. 19.26; ὀργὴν χ. Hdt. 3.131; χαλεπῇ τῇ χειρί with a rough hand, Ar. Lys. 1116.
- 3 of plants, hurtful to the soil, Thphr. HP 8.9.3 (Sup.).
- B Adv. -πῶς hardly, with difficulty, διαγνῶναι χ. ἦν ἄνδρα ἕκαστον Il. 7.424; χ. δέ σʼ ἔολπα τὸ ῥέξειν 20.186; χ. κε φύγοις κακόν Hes. Op. 684; χ. ὀργὰς μεταβάλλουσιν E. Med. 121 (anap.); χ. γνῶναι Antipho 3.2.1; τὰ τοῖς ἄλλοις χ. εὑρημένα ῥᾳδίως μανθάνειν Isoc. 1.18, cf. 44; οὐ or μὴ χ. without much ado, Th. 1.2, 7.81, etc.
- 2 hardly, scarcely, δοκέω . . χ. ἂν Ἕλληνας Πέρσῃσι μάχεσθαι Hdt. 7.103; χ. παρὰ τοῖς ἐχθροῖς εὑρεθήσεται Lys. 29.2; χ. ἂν πείσαιμι Pl. Phd. 84d.
- 3 χ. ἔχει, = χαλεπόν ἐστι, Th. 3.53: c. acc. et inf., X. HG 7.4.6.
- 4 painfully, miserably, -ώτερον ζῆν Pl. R. 579d; ἐν τοῖς -ώτατα διῆγον Th. 7.71.
- II of persons, angrily, cruelly, harshly, χ. τιμωρεῖσθαι Id. 3.46; ἀποκρίνασθαι Id. 5.42, cf. E. Hipp. 203 (anap.), Ar. Pl. 60, Pl. Phdr. 269b; χ. φέρειν τι take it ill, Th. 2.16, Pl. R. 330a, etc.; also χ. ἔφερον τῷ πολέμῳ, τοῖς πράγμασιν, X. HG 5.1.29, An. 1.3.3; ἐπὶ τῇ πολιορκίᾳ Id. HG 7.4.21, cf. D.H. 3.50; also χ. φέρειν τινός Th. 2.62; also χ. λαμβάνεσθαι τοῦ παιδός Hdt. 2.121.δʹ; χ. λαμβάνειν περί τινος Th. 6.61; of the laws (cf. supr. II.1 c), χ. προστάττειν Pl. Lg. 925d.
- 2 freq. in the phrase χ. ἔχειν to be angry, X. An. 6.4.16, etc.; τινι with one, Id. HG 1.5.16; πρὸς τοὺς λόγους Isoc. 3.3, cf. 51; χ. ἔχειν τισὶν ἐπί τινι with persons for a thing, D. 20.135, cf. Plu. Cic. 43; χ. διακεῖσθαι πρὸς ἅπαντας Isoc. Ep. 7.5; χ. πρὸς φιλοσοφίαν διακεῖσθαι Pl. R. 500b; χ. πρὸς ἡμᾶς διετέθησαν Isoc. 8.79; ἐπί τινι χ. διατεθείς Plu. Per. 36.
- b χ. ἔχειν, also, to be in a bad way, χ. ἔχω ὑπὸ τοῦ πότου Pl. Smp. 176a, cf. Tht. 142b.—
- •Beside the regul. Comp. χαλεπώτερον (Th. 1.77, 7.50, Pl. Phd. 94d, etc.) we have -ωτέρως Th. 2.50, 8.40, Thphr. HP 6.7.1: Sup. -ώτατα Th. 7.71, 8.95, Pl. R. 579d, etc.
1. moeilijk te verdragen, onaangenaam:
2. moeilijk te doen, lastig:
3. van pers. hard, wreed:
4. van woorden e.d. streng, hard:
5. adv.
a. nauwelijks, met moeite:
b. moeilijk, erg:
c. boos, ontstemd;
a) lästig, drückend, unangenehm, widrig, schädlich, übel ; Hom. κεραυνός Il. 14.417, ἄνεμοι Od. 12.286, θύελλα Il. 21.335, δεσμός 5.391, πόνος Od. 23.250, γῆρας Il. 8.103, πένθος Od. 6.169, ἄλγος 2.193, ἄεθλοι 11.622, χαλεπώτερον ἄλλον ἄεθλον 11.624, ἄλη 10.464 ; τὰ χαλεπά, Drangsal, Mühsal, Not, Gefahr, Unglück ; δύη Aesch. Spt. 210 ; χαλεποῦ γὰρ ἐκπνεύματος εἶσι χειμών Suppl. 171 ; Soph. Trach. 1263 ; μόχθοι Eur. El. 1252 ; συμφορά Hipp. 767, u. öfter ; καὶ ἐπίπονος Plat. Rep. II.364a ; καὶ δεινὸν πάθος Polit. 308a ; τιμωρία πολὺ χαλεπωτέρα Apol. 39c ; τὸ χαλεπὸν τοῦ πνεύματος, die Heftigkeit des Windes, Xen. An. 4.5.4 ; χαλεπὰ ἦν πάντα Cyr. 4.1.8 ; ἡ ἐσβολὴ αὕτη χαλεπωτάτη ἐγένετο τοῖς Ἀθηναίοις Thuc. 3.26 ; auch μῦθοι, Od. 17.395, u. oft ἔπεα ; auch χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ, mit hartem Schelt- oder Schmähwort, Il. 2.245, 17.141 ; so ὀνείδεα 3.438 ; ὁμοκλαί Od. 17.189 ; χαλεπὴ φῆμις ist üble Nachrede, böser Leumund, Od. 14.239, 24.201 ; einzeln auch bei Sp.; vom Menschen, mit dem schwer umzugehen ist, verdrießlich, unwillig, hart, feindlich, böse, im Ggstz von ἀγανὸς καὶ ἤπιος, Od. 2.232, 5.10 ; χαλεποὶ δέ μιν ἄνδρες ἔχουσιν, ἄγριοι 1.198 ; 8.575 χαλεποί τε καὶ ἄγριοι, οὐδὲ δίκαιοι ; τινί, gegen Einen, ἀλλʼ αἰεὶ χαλεπὸς εἶς δμωσὶν Ὀδυσσῆος 17.338 ; vgl. noch χαλεπὸς δέ τις ὤρορε δαίμων 19.201 ; θεοῦ μῆνις Il. 5.178, vgl. 12.624 ; καὶ δύσκολος Ar. Vesp. 942 ; Andoc. 4.36 sagt vom Alcibiades οὕτω χαλεπός ἐστιν, ὥστε οὐ περὶ τῶν παρεληλυθότων ἀδικημάτων αὐτὸν τιμωροῦνται, ἀλλʼ ὑπέρ τῶν μελλόντων φοβοῦνται ; so auch Plat. κριταί Critia. 107d ; Ggstz von πρᾷος, Rep. II.375c ; ἐχθρός Xen. An. 1.3.12 ; auch von Hunden, 5.8.24.
b) schwer, schwierig auszuführen, was mit Mühe, Anstrengung od. Gefahr für den, der es unternimmt, verbunden ist, χαλεπόν σε πάντων ἀνθρώπων σβέσσαι μένος Il. 16.620, vgl. Od. 20.313, 23.81 ; χαλεπὸν γάρ Il. 19.80 ; χαλεπόν τοι Κρονίωνος παισὶν ἐριζέμεναι 21.184 ; u. so mit dem inf. auch Od. 4.651, 11.156 u. sonst ; χαλεπὰ ἔρις ἀντιάσαι Pind. N. 10.72 ; χαλεπὸν ἔργον Ar. Lys. 1112 ; τραχεῖα καὶ χαλεπὴ ὁδός Plat. Rep. I.328e ; χαλεπὸς προσπολεμεῖν ὁ βασιλεύς Isocr. 4.138 ; ἀλλʼ οὐ χαλεπόν, das ist ja nicht schwer, Plat. Parm. 126c ; χαλεπὸν ἤρου καὶ παντάπασιν ἄπορον Soph. 237c ; χαλεποὶ ξυγγενέσθαι εἰσίν Rep. I.330c, vgl. Phaedr. 275b ; οὐκέτι χαλεπὰ εὑρεῖν Rep. III.412b ; ἡ ἐσβολὴ χαλεπωτάτη ἐγένετο τοῖς Ἀθηναίοις Thuc. 3.26 ; χαλεπὸς τρέφειν Xen. Cyr. 1.3.3, u. oft.
• Adv. χαλεπῶς , schwer, schwierig ; ἔνθα διαγνῶναι χαλεπῶς ἦν ἄνδρα ἕκαστον Il. 7.424 ; χαλεπῶς δέ σʼ ἔολπα τὸ ῥέξειν 20.186 ; Hes. O. 686 ; – χαλεπῶς ἔχειν, sich übel befinden, ὑπὸ τραυμάτων, ὑπὸ πότου, Plat. Theaet. 142b, Symp. 176a ; schwer sein, Thuc. 3.53 u. A.; – χαλεπῶς ἔχειν τινί, auf Einen aufgebracht, zornig sein, Xen. An. 6.2.16, 7.5.16, wie Plut. T.Gracch. 21 ; ἐπί τινι, über Etwas, Dem. 20.135 u. A.; auch ἔν τινι, Plut. Timol. 11 ; – χαλεπῶς φέρειν τι, Etwas übel aufnehmen, graviter ferre, Plat. Symp. 706d, Rep. I.330a ; Thuc. 2.16 ; auch χαλεπωτέρως, 2.50, 8.40.
-ή, -όν.
- 1
Grievous, burdensome, heavy, sore, painful: μῆνις Il. 5.178, γῆρας Il. 8.103, Il. 23.623. Cf. Il. 5.384, 391, Il. 13.624: πένθος Od. 6.169, φῆμιν (evil, ill) Od. 24.201. Cf. Od. 2.193, Od. 10.464, Od. 11.292, 622, Od. 21.377, etc.
In comp.: τοῦδέ μοι χαλεπώτερον εἶναι ἄεθλον Od. 11.624.
Absol. in neut. pl., evil, mischief: χαλεπὰ ὁρμαίνοντες ἀλλήλοις Od. 3.151.
- 2
Dangerous: χαλεποὶ θεοὶ
[γίγνονται] φαίνεσθαι ἐναργεῖς (in respect of appearing, i.e. when they appear) Il. 20.131.
- 3
Difficult, hard: λιμέσιν (hard to attain or reach) Od. 19.189.
In neut. χαλεπόν
with or without copula, it is difficult or hard.With infin.: χ. σε πάντων ἀνθρώπων σβέσσαι μένος Il. 16.620. Cf. Il. 21.184: χ. κεν ἀνήνασθαι δόσιν εἴη Od. 4.651. Cf. Od. 11.156, Od. 13.141, Od. 20.313, Od. 23.81.
Without infin. Il. 19.80: Od. 23.184.
In personal construction.
With infin.: χαλεπή τοι ἐγὼ μένος ἀντιφέρεσθαι (hard to set yourself against) Il. 21.482. Cf. Od. 10.305.
Without infin.: χαλεποί τοι ἔσονται
[μῦθοι] (you will find it hard to know them) Il. 1.546.
- 4
Oppressing the spirit, terrifying, daunting: κεραυνός Il. 14.417.
- 5
Of persons, violent, despiteful, malignant, hard: ἄνδρες Od. 1.198. Cf. Od. 2.232=Od. 5.10, Od. 8.575, Od. 17.388, 564, Od. 19.201.
- 6
Of discourse, stern, harsh, severe, hard: μύθῳ Il. 2.245, Il. 17.141, ὀνείδεσιν Il. 17.438, ἐπέεσσιν Il. 23.489, 492: Od. 3.148, μύθοισιν Od. 2.83, Od. 17.395, δήμου φῆμις Od. 14.239, ἀνάκτων ὁμοκλαί Od. 17.189, μῦθον (hard to sit down under) Od. 20.271.
- 7
Of winds, blustering, roaring, raging: θύελλαν Il. 21.335: ἄνεμοι Od. 12.286.
- 1
- a of pers., troublesome χαλεπώτατοι ἄγαν φιλοτιμίαν μνώμενοι ἐν πόλεσιν ἄνδρες (χαλεπώτατοι Pindaro e Plut. tribuit Snell, cll. P. Oxy. 2245. 3; verba Pindari cum ἄγαν incipere censebant edd. vulg.) fr. 210.
- b c. inf., difficult χαλεπὰ δʼ ἔρις ἀνθρώποις ὁμιλεῖν κρεσσόνων pr. N. 10.72
- c n. pl. pro subs., distress δείκνυσι τερπνῶν ἐφέρποισαν χαλεπῶν τε κρίσιν (sc. the soul) fr. 131b. 4.
- d frag. χαλεπα[ fr. 260. 4.
tú eres la Mirra, la amarga, la dura, la que reconcilia a los que luchan
- ILat. difficilis:
- 1hard to bear, painful, sore, grievous, Hom., Hdt., Attic; θώρακες δύσφοροι καὶ χ., of ill-fitting cuirasses, Xen.: τὸ χαλεπὸν τοῦ πνεύματος the severity of the wind, Xen.; τὰ χαλεπά hardships, sufferings, Xen.
- 2hard to do or deal with, difficult, Ar., Thuc., etc.; χαλεπὸν ὁ βίος life is a hard thing, Xen.:—c. inf., χαλεπή τοι ἐγὼ ἀντιφέρεσθαι χαλεπόν ἐστί μοι ἀντιφέρεσθαί σοι, Il.; so, χαλεπὸν δέ τʼ ὀρύσσειν τὸ μῶλυ Od.; χ. προσπολεμεῖν ὁ βασιλεύς Isocr.:— χαλεπόν ἐστι, c. inf., ʼtis hard, difficult to do, Hom.
- 3dangerous, Od., Thuc.
- 4of ground, difficult, rugged, Thuc., Xen.; χ. χωρίον a place difficult to take, Xen.
- IIof persons, hard to deal with, harsh, severe, stern, strict, Od.; χαλεπώτερος a more bitter enemy, Thuc.; χαλεπώτατοι most difficult to deal with, most dangerous or troublesome, Thuc.:—of judges, severe, Hdt., Dem.
- 2of savage animals, Xen.
- 3ill-tempered, angry, testy, Ar.; ὀργὴν χαλεπός Hdt.
- Badv. χαλεπῶς, hardly, with difficulty, Lat. aegre, διαγνῶναι χ. ἦν ἄνδρα ἕκαστον ʼtwas difficult to distinguish, Il.; χ. εὑρίσκειν, opp. to ῥᾳδίως μανθάνειν, Isocr.; οὐ or μὴ χαλ. without much ado, Thuc.
- 2hardly, scarcely, δοκέω χ. ἂν Ἕλληνας Πέρσῃσι μάχεσθαι Hdt.; χ. ἂν πείσαιμι Plat.
- 3χ. ἔχει χαλεπόν ἐστι, Thuc., Xen.
- 4painfully, miserably, χαλεπώτερον, -ώτατα ζῆν Plat.; ἐν τοῖς χαλεπώτατα διάγειν to live in the utmost misery, Thuc.
- IIof persons, harshly, severely, Eur., Thuc., etc.:— χ. φέρειν τι, like Lat. aegre ferre, Thuc.: often in the phrase χ. ἔχειν, to be angry, Xen.; χ. ἔχειν τινὶ ἐπί τινι to be angry with a person for a thing, Dem.; χ. διακεῖσθαι πρός τινα Plat.
- 2χ. ἔχειν, also, = Lat. male se habere, Plat.
-
…πᾶν ποιεῖν καὶ λέγειν. ἀλλὰ μὴ οὐ τοῦτʼ ᾖ χαλεπόν, ὦ ἄνδρες, θάνατον ἐκφυγεῖν, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον πονηρίαν · θᾶττον γὰρ θανάτου θεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἅτε βραδὺς ὢν καὶ πρεσβύτης ὑπὸ τοῦ βραδυτέρου ἑάλων…
Plato, Apology
-
…αὐτῶν πυνθάνεσθαι, ὥσπερ τινὰ ὁδὸν προεληλυθότων ἣν καὶ ἡμᾶς ἴσως δεήσει πορεύεσθαι, ποία τίς ἐστιν, τραχεῖα καὶ χαλεπή, ἢ ῥᾳδία καὶ εὔπορος. καὶ δὴ καὶ σοῦ ἡδέως ἂν πυθοίμην ὅτι σοι φαίνεται τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνταῦθα…
Plato, Republic
-
…ἔχω ἔχειν. ἐκ ταυτησὶ δὴ τῆς ἐξετάσεως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολλαὶ μὲν ἀπέχθειαί μοι γεγόνασι καὶ οἷαι χαλεπώταται καὶ βαρύταται, ὥστε πολλὰς διαβολὰς ἀπʼ αὐτῶν γεγονέναι, ὄνομα δὲ τοῦτο λέγεσθαι, σοφὸς εἶναι · οἴονται γάρ…
Plato, Apology
-
…, προσέβλεψα αὐτὸν πρότερος, ὥστε αὐτῷ οἷός τʼ ἐγενόμην ἀποκρίνασθαι, καὶ εἶπον ὑποτρέμων · ὦ Θρασύμαχε, μὴ χαλεπὸς ἡμῖν ἴσθι · εἰ γάρ τι ἐξαμαρτάνομεν ἐν τῇ τῶν λόγων σκέψει ἐγώ τε καὶ ὅδε, εὖ ἴσθι ὅτι…
Plato, Republic
-
…φαίνεται τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἤδη εἶ τῆς ἡλικίας ὃ δὴ ἐπὶ γήραος οὐδῷ φασιν εἶναι οἱ ποιηταί, πότερον χαλεπὸν τοῦ βίου, ἢ πῶς σὺ αὐτὸ ἐξαγγέλλεις. ἐγώ σοι, ἔφη, νὴ τὸν Δία ἐρῶ, ὦ…
Plato, Republic
-
…δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τʼ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθὼν ζῆν ; τουτὶ δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γὰρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτʼ ἐστὶν καὶ διὰ τοῦτʼ ἀδύνατον ἡσυχίαν ἄγειν ,…
Plato, Apology
-
…ἑκάστοις τοῖς κινδύνοις ὥστε διαφεύγειν θάνατον, ἐάν τις τολμᾷ πᾶν ποιεῖν καὶ λέγειν. ἀλλὰ μὴ οὐ τοῦτʼ ᾖ χαλεπόν, ὦ ἄνδρες, θάνατον ἐκφυγεῖν, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον πονηρίαν · θᾶττον γὰρ θανάτου θεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ…
Plato, Apology
-
…, καὶ τὸ γῆρας μετρίως ἐστὶν ἐπίπονον · εἰ δὲ μή, καὶ γῆρας, ὦ Σώκρατες, καὶ νεότης χαλεπὴ τῷ τοιούτῳ συμβαίνει. καὶ ἐγὼ ἀγασθεὶς αὐτοῦ εἰπόντος ταῦτα, βουλόμενος ἔτι λέγειν αὐτὸν ἐκίνουν καὶ εἶπον · ὦ…
Plato, Republic
-
…τῇ παρούσῃ τύχῃ. ἔστι ταῦτα. ἀλλὰ τί δὴ οὕτω πρῲ ἀφῖξαι ; ἀγγελίαν, ὦ Σώκρατες, φέρων χαλεπήν, οὐ σοί, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, ἀλλʼ ἐμοὶ καὶ τοῖς σοῖς ἐπιτηδείοις πᾶσιν καὶ χαλεπὴν καὶ βαρεῖαν ,…
Plato, Crito
-
…ἐγώ φημι. πλείους ἔσονται ὑμᾶς οἱ ἐλέγχοντες, οὓς νῦν ἐγὼ κατεῖχον, ὑμεῖς δὲ οὐκ ᾐσθάνεσθε · καὶ χαλεπώτεροι ἔσονται ὅσῳ νεώτεροί εἰσιν, καὶ ὑμεῖς μᾶλλον ἀγανακτήσετε. εἰ γὰρ οἴεσθε ἀποκτείνοντες ἀνθρώπους ἐπισχήσειν τοῦ ὀνειδίζειν τινὰ ὑμῖν…
Plato, Apology