χραίσμημα Save LSJ Bailly 2024 Pape χραίσμ-ημα, ατος, τό, = foreg., v.l. in Nonn. D. 33.369. χραίσμημα, ατος (τὸ) c. le préc. Nonn. D. 33, 369. χραίσμημα, τό, = χραίσμη, Nonn.