χρειοφελέτης Save LSJ Bailly 2024 Pape χρειοφελέτης, ου, ὁ, Ion. for χρεωφειλέτης, Hp. Ep. 17. χρει·οφελέτης (ὁ) ion. c. χρεωφελέτης, Hpc. Epist. 1285. χρειοφελέτης, ὁ, ion. = χρεωφελέτης, Hippocr.