χραίσμησις Save LSJ Bailly 2024 Pape χραίσμ-ησις, εως, ἡ, = foreg., Nic. Th. 926, Epigr.Gr. (add.) 903a.3 (Hypaepa). χραίσμησις, εως (ἡ) c. χραίσμη, Nic. Th. 926. Étym. *χραισμέω. χραίσμησις, ἡ, = χραίσμη, Nic. Th. 926.