ὑπνοδότειρα
ὑπνοδότειρα, she that gives sleep
ὑπνο·δότειρα, ας, adj. f. c. le suiv. Eur. Or. 175.
ὑπνοδότειρα, ἡ, fem. zu ὑπνοδότης ; Eur. Or. 175 ; Νύξ Ep.adesp. (APP 261).
ὑπνοδότειρα
- she that gives sleep, Eur.