ὑπνίδιος
ὑπνίδιος, drowsy
ὑπν-ίδιος, α, ον, = foreg., AP 7.198 (Leon.), dub. cj. for ὑμνιδίῳ.
ὑπνίδιος, α, ον [ῐδ] c. ὑπνικός, Anth. 7, 198, 6 conj.
ὑπνίδιος, = ὑπνικός, πάταγος Leon.Tar. 65 (VII.198).
ὑπνίδιος, α, ον
ὕπνος
- drowsy, Anth.