ὑπνοδότης
ὑπνοδότης, giver of sleep
ὑπνο-δότης, ου, ὁ,
- giver of sleep, ὀτοβεῖ δόναξ . . ὑπνοδόταν νόμον A. Pr. 575 (lyr.):—fem. ὑπνο-δότειρα, she that gives sleep, E. Or. 175 (lyr.); Ion. -δοτείρη Epigr.Gr. 312.1 (Smyrna):—a form ὑπνοδῶτις, ιδος, ἡ [with ῠ], occurs in Orph. H. 57.8.
*ὑπνο·δότης, dor. ὑπνο·δότας, α [ᾱ] adj. m. qui donne le sommeil, Eschl. Pr. 572.
Étym. ὕπνος, δίδωμι.
ὑπνοδότης, ὁ, Schlafgeber, einschläfernd, ὀτοβεῖ δόναξ ὑπνοδόταν νόμον Aesch. Prom. 575.
ὑπνοδότης
ὑπνο-δότης, ου, ὁ,
- giver of sleep, Aesch.