ἀπάγω
ἀπάγω, ἀπάγω, lead away; arrest, carry off to prison
- lead away, carry off, ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα Od. 18.278; ἀ. τινὰ ἐκτόπιον S. OT 1340 (lyr.), cf. 1521, etc.; προσάγειν . ., ἀπάγειν, bring near . ., hold far off, Arist. GC 336a18; ἀ. ἀχλὺν ἀπʼ ὀφθαλμῶν remove it, Thphr. HP 7.6.2; τὸ ἱμάτιον ἀπὸ τοῦ τραχήλου Plu. Ant. 12; οὐκ ἀπάξετε ταῦτα; stop this fooling! Jul. Or. 7.225a:—Med., take away for or with oneself, παρθένον Hdt. 1.196, cf. 4.80, Ar. Nu. 1105, etc.; or that which is oneʼs own, X. Cyr. 3.1.37, etc.:—Pass., ἐς ὀξὺ ἀπηγμένας brought to a point, tapering off, Hdt. 7.64, cf. 2.28, Arist. PA 658b30.
- 2 lead away, draw off troops, τῆς στρατιῆς τὸ πολλόν Hdt. 1.164, cf. Th. 1.28, al.; ἄπαγε τὸν ἵππον Ar. Nu. 32.
- b elliptically, retire, withdraw, Hdt. 5.126, X. HG 1.1.34, al.; ‘go off’, Apollod. Epit. 3.3.
- 3 abduct, Aeschin. 1.80, Luc. Tim. 16:—Pass., πρὸς ὕβριν -εσθαι Id. Anach. 13.
- II bring back, bring home, Il. 18.326; ἀπήγαγεν οἴκαδε Od. 16.370, cf. S. Ph. 941, X. An. 1.3.14; ἀ. ὀπίσω Hdt. 9.117.
- III return, render what one owes, pay, τὸν φόρον Ar. V. 707, cf. X. Cyr. 2.4.12, Th. 5.53; render service, honour, etc., κώμους πρὸς τάφον E. Tr. 1184; θεωρίαν εἰς Δῆλον Pl. Phd. 58b.
- IV arrest and carry off, ἀπάγετε αὐτὸν παρʼ ἐμέ Hdt. 2.114, cf. 6.81; δεῖν κἀπάγειν ἐφίετο E. Ba. 439:—Pass., ἀπαχθέντας παρʼ ἑωυτόν Hdt. 6.119.
- 2 law-term, bring before a magistrate and accuse (cf. ἀπαγωγή III), Antipho 5.85; ἀσεβείας for impiety, D. 22.27; ἀ. ὡς θεσμοθέτας Id. 23.31; ἀ. τοῖς ἕνδεκα Id. 24.113; τὴν ἐπὶ θανάτῳ -εσθαι Sch. Arist. Rh. 1397a30 ap. D.H. Amm. 1.12.
- 3 carry off to prison, Pl. Grg. 486a, Ar. Ach. 57; εἰς τὸ δεσμωτήριον And. 4.181, D. 23.80, 35.47 (Pass.): abs., ὡς γόης ἀπαχθῆναι Pl. Men. 80b; ἀπαχθείς Lys. 25.15.
- V lead away, divert from the subject, esp. by sophistry, ἀπὸ τοῦ ὄντος ἐπὶ τοὐναντίον Pl. Phdr. 262b; ἀ. τινὰ ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως D. 19.242; ἀ. τὸ ὀργιζόμενον τῆς γνώμης divert . ., Th. 2.59; ἀπὸ δεινῶν ἀ. τὴν γνώμην ib. 65.
- b in Logic, reduce, εἰς ἀδύνατον Arist. APr. 29b9:—impers. in Pass., ἀπῆκται ἄρα εἰς . . Papp. 798.11.
- c in later Greek, reduce, drive an opposing disputant, ἐπὶ ψεῦδος S.E. P. 2.233; εἰς ἀντίφασιν, εἰς ἄτοπον, Phlp. in APr. 21.31, 58.14:—Pass., εἰς ἀδύνατον ἀπαχθῆναι Arr. Epict. 1.7.25, cf. Phlp. in APr. 129.2.
- 2 receive, ἀπʼ ὄψεως . . τὰ δοξάζοντα ἀ. Pl. Phlb. 39b.
- 3 separate, ἀπάγεται καὶ χωρίζεται Id. Phd. 97b.
- VI simply, carry, ἐν ἀριστερᾷ τόξον Id. Lg. 795a.
A en cont. de alejamiento
I c. régimen de pers. o anim.
1 llevar consigo de pers.
εἰς Ὀπόεντα ... υἱόν
τὸν ... ἀπήγαγεν οἴκαδε δαίμων
ἐν μέσσοις ἀπάγεσθαι
ἄπαγέ νύν μ' ἐντεῦθεν
ἀπάγετ' ἐκτόπιον ὅτι τάχιστά με
παιδίον ... ἀπῆγε ... εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν
ἄπαγε πρὸς τὸν πατέρα σου (γυναῖκα)
τὴν Ἑλένην ἀ. σὺν ἑαυτῷ
• en v. med. llevarse consigo
τὴν παρθένον
una doncella (para el matrimonio)τὸν υἱόν
ἀπάγου τὴν σήν
llévatela, es tuyaεἰς οἶκον ἀ. τὸν δοῦλον
• de anim.
βόας καὶ ἴφια μῆλα
τὸν ἵππον
2 raptar
ἀπήγετό πού τις
οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς
nuestros deportadores
3 llevar ante un magistrado, detener
τοὺς δ' ἀνδραφόνους ἐξεῖναι ... ἀπάγειν
ἐγὼ δὲ καθ' οὓς (νόμους) μὲν ἀπήχθην
τῆς ἀσεβείας ... ἀ.
detener por impiedad
• simpl. llevarse, hacer circular
ἀδικεῖτε τὴν ἐκκλησίαν τὸν ἄνδρ' ἀπάγοντες
ὃς τὸν ξένον πρὸς τὸν ἄρχοντα ἀπήγαγεν
ὡς τούτους (θεσμοθέτας) ... ἀπάγειν λέγει
ἀπαγαγεῖν τοῖς ἕνδεκα
• arrestar, llevar a la cárcel c. la indicación
εἰς τὸ δεσμωτήριον
• llevar a ejecutar
ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι
• en v. pas.
ἐπὶ θανάτῳ ἀπάγεσθαι
ser ejecutado
4 guiar, conducir gener. tropas o expediciones militares
τὴν στρατιήν
τοὺς ἐν Ἐπιδάμνῳ φρουρούς τε καὶ οἰκήτορας
τοὺς Ἀργείους ... ἐκ τῆς Ἐπιδαυρίας
ἄπαγ' οἴκαδε στρατόν
τὸ στράτευμα
στρατιάν
• otros grupos o cortejos
πρὸς τάφον ... κώμους
θεωρίαν ... εἰς Δῆλον
θυσίαν εἰς Κιθαιρῶνα
5 gener. c. prep. y ac. de abstr. fig. llevar, reducir, inducir
ὁ μάντις ... ἐμὲ ἀπήγαγ' ἐς τοιάσδε θανασίμους τύχας
πρὸς ὕβριν
ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν
la senda que lleva a la perdiciónἀ. μοιχευθησομένην
inducirla a que cometa adulterio
• llevar, reducir al interlocutor
ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν
ἐπὶ ψεῦδος
εἰς ἀντίφασιν
εἰς ἄτοπον
• en v. pas.
ἐπ' ἀδύνατον ἀπηχθῆναι
6 fig. c. gen. apartar
τοῦ ἁμαρτάνειν
II c. régimen de cosas
1 llevar, transportar
ἐν ἀριστερᾷ μὲν τόξον
ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας
τὰ σκεύη ... αἰχμάλωτα ἀπήχθη
los utensilios fueron llevados como botínἀφήρπασεν τὸν ἐμὸν σίτον καὶ εἰς τὸ ἰδίον ἑαυτοῦ ἀπήγαγεν
2 pagar
ἀπάγει δὲ ἕκαστος Ἀθηναίων ... δεκάτην
τὸν φόρον
• ofrendar
θῦμα
3 en part. pas. terminado, acabado
κυρβασίαι de los escitas ἐς ὀξὺ ἀπηγμένας
δύο ὄρεα ἐς ὀξὺ τὰς κορυφὰς ἀπηγμένα
εἰς στενὸν ἀπηγμένας
4 fig. reducir en lóg.
εἰς ἀδύνατον ἀπάγοντας (συλλογισμούς)
B en cont. de acercamiento
1 traer detenido
ξεῖνον ... ἀπάγετε παρ' ἐμέ
σφεας ἀπαχθέντας παρ' ἑωυτόν
δεῖν κἀπάγειν ἐφίετο
dejó (Dioniso) que lo ataran y trajeran
2 recibir
ἀπ' ὄψεως ... τὰ ... δοξαζόμενα καὶ λεγόμενα ἀπαγαγῶν τις
τὰ ἄλλα χρήματα σὺ ἀπαγαγὼν φύλαττε
C indif. a la dirección con respecto al que habla
1 separar c. ac. de pers. o cosa y gener. gen. o prep. y gen.
τὸν ἱρέα ... ἀπὸ τοῦ βωμοῦ ἀ.
ἀ. ὑμᾶς ἄπωθεν ἀπὸ τοῦ κλέμματος
τὸ προσάγειν καὶ ἀπάγειν τὸν γεννητικόν
μέρος τοῦ προσώπου τῆς καλύπτρας
• quitar
ἀχλὺν ἀπ' ὀφθαλμῶν
τὸ ἱμάτιον ἀπὸ τοῦ τραχήλου
• en v. pas.
ἀπάγεται ... ἕτερον ἀφ' ἑτέρου
• abs. robar, BGU 1188.16 (I a.C.)
• apartar
ἀπὸ τοῦ ὄντος ... ἐπὶ τοὐναντίον
τὸ ὀργιζόμενον τῆς γνώμης
ἀπὸ τῶν δεινῶν ... τὴν γνώμην
τοὺς δικαστὰς ... ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως
τὴν δόξαν ἀπὸ τῶν θεῶν
οὐκ ἀπάξετε ταῦτα;
¿no renunciaréis a esta actitud?
• extraviar
ἀπαγαγὼν αὐτὸν τῆς ὁδοῦ ἔξω
2 retirarse de tropas y jefes militares c. indicación del destino
ἐς τὴν Μύρκινον
μὴ ἀπαγαγόντων δὲ τῶν ἀρχόντων οἴκαδε
ἀ. ταχέως
Σιτάλκης ... ἀπήγετο
3 pesar menos de lo debido
D imper. ἄπαγε ¡fuera!
ἀ. ἐς μακαρίαν
¡vete al diablo!κἄπαγ' ἀπὸ τῆς ὀσφύος
y apártate de los lomos e.d. no toques los lomos
• en lat. c. compl. dir.
apage te a me
apage ... a domo nostra istam insanitatem
• abs. Luc.Prom.Es.7, Am.38
• c. part.
ἄπαγε τὰ πάρος εὐτυχήματ' αὐδῶν
aparta de tus labios las dichas pasadas
1. wegvoeren, wegbrengen,
2. (op pad) sturen:
3. weghalen
1) ab-, wegführen, νόσφιν ἀπήγαγε Od. 4.289 ; ἀπὸ τοῦ τείχεος ἀπήγαγε τὴν στρατιήν Her. 1.164, abmarschieren lassen, wie Thuc. 1.28, 7.48 ; ἀπὸ τῆς πόλεως στράτευμα Xen. Cyr. 7.5.1 ; oft ohne στρατιάν, abziehen, z.B. Hell. 1.1.34 ; παρά τινα Her. 6.119.
2) zurück-, heimführen, Il. 18.326 ; οἴκαδε Od. 15.436 ; 16.370 ; Plat. Legg. XII.943d ; ἀπάγειν ὀπίσω Her. 9.117.
3) abtragen, was man zu bringen verpflichtet ist, z.B. φόρον Ar. Vesp. 707 ; δασμόν Xen. Cyr. 5.3.25 ; ἵππους 4.5.35 ; ὃ δέον ἀπαγαγεῖν οὐκ ἀπέπεμπον Thuc. 5.53, vgl. ἀπαγινέω. Aehnl. θεωρίαν εἰς Δῆλον Plat. Phaed. 58d u. Od. 18.278 von Freiern, welche der Braut die schuldigen Geschenke darbringen, αὐτοὶ τοί γʼ ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα, κούρης δαῖτα φίλοισι, καὶ ἀγλαὰ δῶρα διδοῦσιν.
4) in athen. Gerichtssprache, anklagen, od. den auf der Tat, über einem offenkundigen Verbrechen Ertappten vor die Behörde schleppen u. verhaften, ἀπάγειν κλέπτην ἐπʼ αὐτοφώρῳ εἰληφώς Dem. 45.81 ; λωποδύτην Lys. 13.68 ; ὡς γόης Plat. Men. 80b ; ἐάν τις ἀπαχθῇ τῶν γονέων κακώσεως ἑαλωκώς Dem. 24.105 ; εἰς δεσμωτήριον Lys. 12.25, 26 ; Din. 2.9 ; εἰς φυλακήν Pol. 5.15, 16, 38 u. öfter ; übh. mit Gewalt fortschleppen, μετὰ βίας εἰς οἶκον 12.16 ; vgl. Harp. ἀπάγειν ἐπὶ τῶν κακούργων, ἀπήγοντο δὲ πρὸς τοὺς ἕνδεκα ; so τοῖς ἕνδεκα Dem. 24.113 ; zum Tode abführen, τὴν ἐπὶ θανάτῳ, sc. ὁδόν ; auch absolut, 19.279.
5) vom rechten Wege abführen, bes. durch sophistische Redekünste, ἐπὶ τοὐναντίον Plat. Phaedr. 262b ; ἄποθεν ἀπὸ τοῦ κλέμματος Aesch. 3.100 ; ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως Dem. 19.242 ; τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῶν πεπραγμένων εἰς γέλωτα 54.13 ; vgl. noch Thuc. 2.59 a.E.
6) intr., so daß ἑαυτόν zu ergänzen, sich davonmachen, weggehen, Xen. Cyr. 7.2.5. Vgl. ἄπαγε. – Med., für sich wegführen, od. mit sich, Soph. Phil. 1018 ; οἰκέτας καὶ χρήματα Xen. An. 6.4.1 ; νεκρούς Hell. 4.4.13 ; zur Frau nehmen, κόραν Pind. P. 4.123 ; παρθένον Her. 1.196 ; γυναῖκα Xen. Cyr. 3.1.37.
[ἀπ-, ἀπο- 1, ἀπο- 4.]
Fut. infin. ἀπάξειν Il. 18.326: Od. 15.436.
3 sing. aor. ἀπήγαγε Il. 15.706: Od. 4.289, Od. 16.370.
3 pl. -ον Od. 13.211.
- 1
To drive or lead off: βόας Od. 18.278.
To lead, conduct or bring away Od. 4.289, Od. 13.211.
- 2
To bring or conduct back Il. 15.706, Il. 18.326: Od. 15.436, Od. 16.370.
- 1
- 1take away for oneself εἶπε δʼ ἐν μέσσοις ἀπάγεσθαι (sc. νύμφαν), ὃς ἂν πρῶτος θορὼν ἀμφί οἱ ψαύσειε πέπλοις P. 9.119
Strong 520
to lead away: Lk 13:15, Ac 23:17 24:7 (R, mg.), I Co 12:2; esp. of leading to trial (so as law term in Attic), prison and death (MM, VGT, s.v.): Mt 26:57 27:2, 31, Mk 14:44, 53 15:16, Lk 21:12 22:66 23:26, Ac 12:19; of the direction of a way: Mt 7:13, 14 (cf. συν-απ-άγω).†
- Ito lead away, carry off, Od., Trag.:— Mid. to take away for or with oneself, Hdt., Trag.:— Pass., ἐς ὀξὺ ἀπηγμένος brought to a point, tapering off, Hdt.
- 2intr. (sub. ἑαυτόν) to retire, withdraw, march away, Hdt., Xen.; cf. ἄπαγε.
- IIto bring back, bring home, Hom., Attic
- IIIto return what one owes, render, pay, τὸν φόρον Ar., Thuc.
- IVto arrest and carry off, παρά τινα Hdt.:—esp. as Attic lawterm, to bring before a magistrate and accuse, Dem.:— then, to carry off to prison, Plat., etc.
- Vto lead away from the subject, Plat., etc.
-
…ἄστυ, πευσόμενον περὶ τοῦ ἀδελφοῦ · ἥκων δὲ ἔλεγεν ὅτι Ἐρατοσθένης αὐτὸν ἐν τῇ ὁδῷ λαβὼν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπαγάγοι. καὶ ἐγὼ τοιαῦτα πεπυσμένος τῆς ἐπιούσης νυκτὸς διέπλευσα Μέγαράδε. Πολεμάρχῳ δὲ παρήγγειλαν οἱ τριάκοντα τοὐπʼ ἐκείνων εἰθισμένον παράγγελμα…
Lysias, Speeches
-
…νῦν οἱ ἐπιτήδειοι καὶ σὺ τούτους. καὶ ὁ Σωκράτης βλέψας εἰς τὸν Κρίτωνα, ὦ Κρίτων, ἔφη, ἀπαγέτω τις αὐτὴν οἴκαδε. καὶ ἐκείνην μὲν ἀπῆγόν τινες τῶν τοῦ Κρίτωνος βοῶσάν τε καὶ κοπτομένην · ὁ δὲ Σωκράτης…
Plato, Phaedo
-
…τι ἢ πρᾶξαι ἀγαθὸν πρὸς τοὺς ἐπὶ Φυλῇ, ἐλθὼν μετὰ τῶν συναρχόντων εἰς Σαλαμῖνα καὶ Ἐλευσῖνάδε τριακοσίους τῶν πολιτῶν ἀπήγαγεν εἰς τὸ δεσμωτήριον, καὶ μιᾷ ψήφῳ αὐτῶν ἁπάντων θάνατον κατεψηφίσατο. ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἤλθομεν καὶ αἱ…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ὑεῖς ; ἀπεψηφίσασθε ; δεῖ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί, Ἐρατοσθένην δυοῖν θάτερον ἀποδεῖξαι, ἢ ὡς οὐκ ἀπήγαγεν αὐτόν, ἢ ὡς δικαίως τοῦτʼ ἔπραξεν. οὗτος δὲ ὡμολόγηκεν ἀδίκως συλλαβεῖν, ὥστε ῥᾳδίαν ὑμῖν τὴν διαψήφισιν περὶ…
Lysias, Speeches
-
…μόνος τῶν πρυτάνεων ἠναντιώθην ὑμῖν μηδὲν ποιεῖν παρὰ τοὺς νόμους καὶ ἐναντία ἐψηφισάμην · καὶ ἑτοίμων ὄντων ἐνδεικνύναι με καὶ ἀπάγειν τῶν ῥητόρων, καὶ ὑμῶν κελευόντων καὶ βοώντων, μετὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου ᾤμην μᾶλλόν με δεῖν διακινδυνεύειν…
Plato, Apology
-
…δὴ οὐκ ἐν τῇ οἰκίᾳ ἀλλʼ ἐν τῇ ὁδῷ, σῴζειν τε αὐτὸν καὶ τὰ τούτοις ἐψηφισμένα παρόν, συλλαβὼν ἀπήγαγεν. ὑμεῖς δὲ πᾶσιν ὀργίζεσθε, ὅσοι εἰς τὰς οἰκίας ἦλθον τὰς ὑμετέρας ζήτησιν ποιούμενοι ἢ ὑμῶν ἢ τῶν ὑμετέρων…
Lysias, Speeches
-
…ἔσωσέ τε καὶ αὐτὸς ἐσώθη. τῷ οὖν Ἀπόλλωνι ηὔξαντο ὡς λέγεται τότε, εἰ σωθεῖεν, ἑκάστου ἔτους θεωρίαν ἀπάξειν εἰς Δῆλον · ἣν δὴ ἀεὶ καὶ νῦν ἔτι ἐξ ἐκείνου κατʼ ἐνιαυτὸν τῷ θεῷ πέμπουσιν. ἐπειδὰν οὖν ἄρξωνται…
Plato, Phaedo
-
…τοῖς βουλομένοις ἡμᾶς ἀπολέσαι, ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ σοὶ μόνῳ ἐγένετο καὶ σῶσαι Πολέμαρχον καὶ μή, εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπήγαγες ; εἶθʼ ὅτι μέν, ὡς φῄς, ἀντειπὼν οὐδὲν ὠφέλησας, ἀξιοῖς χρηστὸς νομίζεσθαι, ὅτι δὲ συλλαβὼν ἀπέκτεινας…
Lysias, Speeches
-
…ὁ Σωκράτης βλέψας εἰς τὸν Κρίτωνα, ὦ Κρίτων, ἔφη, ἀπαγέτω τις αὐτὴν οἴκαδε. καὶ ἐκείνην μὲν ἀπῆγόν τινες τῶν τοῦ Κρίτωνος βοῶσάν τε καὶ κοπτομένην · ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος εἰς τὴν κλίνην συνέκαμψέ τε τὸ σκέλος…
Plato, Phaedo
-
…καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον ὅσιον καὶ εὐσεβές. ἀνάβηθι οὖν μοι καὶ ἀπόκριναι, ὅ τι ἄν σε ἐρωτῶ. ἀπήγαγες Πολέμαρχον ἢ οὔ ; τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχόντων προσταχθέντα δεδιὼς ἐποίουν. ἦσθα δʼ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅτε οἱ…
Lysias, Speeches