ἔθνος
ἔθνος, a number of people accustomed to live together, a company, body of men
- number of people living together, company, body of men, ἑτάρων ἔ., ἔ. ἑταίρων, band of comrades, Il. 3.32, 7.115, etc.; ἔθνος λαῶν host of men, 13.495; of particular tribes, Λυκίων μέγα ἔ. 12.330; Ἀχαιῶν ἔ. 17.552: pl., ἔθνεα πεζῶν 11.724, cf. 2.91; ἔ. νεκρῶν Od. 10.526; of animals, ἔ. μελισσάων, ὀρνίθων, μυιάων, swarms, flocks, etc., Il. 2.87, 459, 469; ἔθνη θηρῶν S. Ph. 1147 (lyr.), Ant. 344; ἔ. ἀνέρων, γυναικῶν, Pi. O. 1.66, P. 4.252; ἔ. βρότεον, θνατόν, Id. N. 3.74, 11.42; ἔ. τόδε, of the Erinyes, A. Eu. 366 (lyr.).
- 2 after Hom., nation, people, τὸ Μηδικὸν ἔ. (γένος being a subdivision of ἔθνος) Hdt. 1.101; ἔ. ἠπειρογενές, μαχαιροφόρον, A. Pers. 43, 56 (anap.), etc.; τῶν μηδισάντων ἐθνέων τῶν Ἑλληνικῶν Hdt. 9.106.
- b later, τὰ ἔ. foreign, barbarous nations, opp. Ἕλληνες, Arist. Pol. 1324b10; ἔ. νομάδων, of Bedawîn, LW 2203 (Syria); at Athens, athletic clubs of non-Athenians, IG 2.444, al.; in LXX, non-Jews, Ps.2.1, al., cf. Act.Ap. 7.45; Gentiles, τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων ib. 14.5, etc.; used of Gentile Christians, Ep. Rom. 15.27.
- c at Rome, = provinciae, App. BC 2.13, Hdn. 1.2.1, PStrassb. 22.19 (iii A. D.), D.C. 36.41, etc.: so in sg., province, ὁ τυραννήσας τοῦ ἔθνους D.Chr. 43.11; ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔθνους the governor of the province, POxy. 1020.5 (iii A. D.).
- 3 class of men, caste, tribe, τὸ Θετταλῶν . . πενεστικὸν ἔ. Pl. Lg. 776d; ἔθνος κηρυκικόν Id. Plt. 290b; οἶσθά τι ἔ. ἠλιθιώτερον ῥαψῳδῶν; X. Smp. 3.6; δημιουργικὸν ἔ. Pl. Grg. 455b, cf. Arist. Ath. 3; ἔ. βραχμάνων D.S. 17.102; τὰ ἱερὰ ἔ. the orders of priests, OGI 90.17 (ii B. C.); trade-associations or guilds, ἔθνη καὶ ἐργαστήρια PPetr. 3p.67 (iii B. C.), al.; class in respect to rank or station, οὐ πρὸς τοῦτο βλέποντες . . ὅπως . . ἕν τι ἔ. ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον Pl. R. 420b, cf. 421c, D. 21.131.
- 4 sex, θῆλυ, ἄρρεν ἔ., X. Oec. 7.26.
- 5 part, member, Hp. Loc.Hom. 1.
- II of a single person, a relation, Pi. N. 5.43.
A como asociación humana
I organizada para la guerra
1 grupo, formación ligada a un héroe-jefe, mesnada
ἑτάρων εἰς ἔ. ἐχάζετο
se retiró hacia el grupo de sus compañerosὡς ἴδε λαῶν ἔ. ἐπισπόμενον ἑοῖ αὐτῷ
cuando contempló la formación de huestes que le seguía a Eneas
2 hueste, tropa esp. c. gen. o adj. determinando cierta especialización
ἔθνεα πεζῶν
tropas de infantesτὸ μαχαιροφόρον ἔ.
κατὰ τάξις τε καὶ κατὰ ἔθνεα
• esp. c. gen. de grupos de pueblos en alianza ocasional para la guerra hueste, ejército
Λυκίων μέγα ἔ.
Ἀχαιῶν
ἔθνεα Βοιωτῶν καὶ Χαλκιδέων δαμάσαντες
τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων ... στιχόωντο
de ellos muchas tropas salían en fila de las naves y las tiendas
II en el ámbito socio-polít., frec. c. gen. o adj.
1 nación, pueblo
a) rel. su asentamiento, más orientativo que específico
ἔθ]νεα ... Ὑπερβορέων
ἐπίπαν ἠπειρογενὲς ... ἔ.
todo pueblo del continente asiáticoἔ. οἰκημένον πρὸς ἠῶ τε καὶ ἡλίου ἀνατολάς
τύραννος ἐθνέων τῶν ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ
Σέσωστριν ... ἀνάγοντα πολλοὺς ἀνθρώπους τῶν ἐθνέων τῶν τὰς χώρας κατεστρέψατο
οὐχ ... τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἀλλ' οὐδ' ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἔ.
Μαιῶτις λίμνη καὶ τὰ περιοικοῦντα ἔθνη
τὰ ... ἐν ψυχροῖς τόποις ἔθνη ... θυμοῦ ... ἐστι πλήρη
τῶν ἄν κου ἐπιβέωμεν γῆν ... καὶ ἔ., τούτων ... τὸν σῖτον ἕξομεν
ἔ. καὶ τόποι
• sin mención concreta de territorio, c. gen.
Μερόπων
τὰ ἐντὸς Μακεδόνων ἔθνεα
τῶν μηδισάντων ἐθνέων τῶν Ἑλληνικῶν
Σύρων
τῶν προσεσπερίων ἐθνῶν
οἱ ἀπὸ ἔθνους νομάδων
los del pueblo beduinoτὸ τῶν Θαμουδηνῶν ἔ.
• c. adj.
Βοιώτιον ἔ.
νησιωτικὰ ἔθνεα
γραμματεὺς ἔθνους Βλεμμέου
κρητικὸς ... ἀπὸ ἔθνους ὠνόμασται
el verso crético se denomina así por tal pueblo
• como un término generalizador
Σάκας μὲν καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αἰθίοπάς ... ἄλλα τε ἔθνεα πολλά
Βάκαλες, ὀλίγον ἔ.
ἔθνη γὰρ πλεῖστα δὴ ἐπὶ μίαν πόλιν ξυνῆλθε
προπολεμῶν ... πρὸς πολλὰ ἔθνη
• no forzosamente de la misma lengua
ξυμμείκτοις ἔθνεσι βαρβάρων διγλώσσων
ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν κατὰ γλώσσας αὐτῶν ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν
b) como unidad apropiada para el movimiento y control de masas: en grandes ejércitos
σύμμεικτος στρατὸς παντοίων ἐθνέων
ἀριθμήσαντες κατὰ ἔ. διέτασσον
διελύθησαν κατὰ ἔθνη
tras una empresa guerreraδασάμενοι τὸν χῶρον οἱ βάρβαροι κατὰ ἔθνεα
• como objeto de sometimiento y exacción de impuestos
διαπέμψας ... ἐς πᾶν ἔ. τῶν ἦρχε προεῖπε ἀτελείην εἶναι στρατηίης καὶ φόρου
• en movimientos migratorios y de fundación de colonias
ἀποπλέειν κατὰ βίου τε καὶ γῆς ζήτησιν, ἐς ὃ ἔθνεα πολλὰ παραμειψαμένους ἀπικέσθαι ἐς Ὀμβρικούς
c) c. ciertos rasgos polít. e institucionales comunes, como tener a su cabeza un jefe, esp. un βασιλεύς:
Λυδῶν καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς
τὸ πρῶτον ἐβασιλεύοντο αἱ πόλεις, καὶ νῦν ἔτι τὰ ἔθνη
• c. costumbres y νόμοι particulares, Hp.Aër.17, Arist.Rh.1360a35;
d) como la primera organización humana tras los hombres primitivos
συστήματα τῶν ἁπάντων ἐθνῶν ἀρχέγονα
• incluyendo varios γένη:
τὸ μὲν Πελασγικόν, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔ. del que se desgaja el Δωρικόν y el Ἰωνικὸν γένος
τὸ Ἰωνικὸν ἔ.
τούτων (sc. Ἑλλήνων) τοσάδε ἔθνεά ἐστι· οἱ μὲν ἀπὸ Σαλαμῖνος καὶ Ἀθηνέων, οἱ δὲ ἀπὸ Ἀρκαδίης
• c. valoración de su antigüedad y sedentarismo
ἀρχαιότατον μὲν ἔ. παρεχόμενοι, μοῦνοι δὲ ἐόντες οὐ μετανάσται Ἑλλήνων
de los ateniensesνεώτατον πάντων ἐθνέων
de los escitas
• universalizado en la fórmula
τοῖς γῆς καὶ θαλάσσης καὶ παντὸς ἀνθρώπων ἔθνους καὶ γένους δεσπόταις
πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου
πᾶν ἔ. ἀνθρώπων
e) en recuentos de sus nombres con objetivos políticos, históricos o culturales
ἔθνεα πάντα ὅσα περ ἧγε
(inscribió Darío los nombres de) todos los pueblos que acaudillabaἘθνῶν ὀνομασίαι
denominaciones de pueblosκατὰ ἔθνη ... τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι
de la Grecia primitiva
f) diferenciado de otras organizaciones humanas, esp. πόλις:
οὔτε πόλιν ἀνδρῶν οὐδεμίαν οὔτε ἔ. ἀνθρώπων
προσοικοῦντα γὰρ τὰ ἔθνη ταῦτα τῇ πόλει πολέμια ἦν
πόλεων καὶ ἐθνῶν ἀρχαί
κατὰ ἔθνη καὶ ἕκαστον ἄστυ
περιγραφὴ μᾶλλον ἔθνους ἢ πόλεως
entorno más de nación que de ciudad estadoπόλεις ... οὖσαι ἐν ἔθνεσι τοσοῖσδε
• siendo la κώμη su forma de habitación más representativa
ἔ. μέγα μὲν εἶναι τὸ τῶν Αἰτωλῶν ... οἰκοῦν δὲ κατὰ κώμας ἀτειχίστους
διοίσει δὲ τῷ τοιούτῳ καὶ πόλις ἔθνους, ὅταν μὴ κατὰ κώμας ὦσι κεχωρισμένοι τὸ πλῆθος
εἴ τις τάδε ... παραβαίνοι ἢ πόλις ἢ ἰδιώτης ἢ ἔ.
• op. φυλή:
ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν
ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους
• pero identificado con las tribus de Israel
δώδεκα ἄρχοντες κατὰ ἔθνη αὐτῶν
2 familia, estirpe, casta esp. real o aristocrática, por considerarse un origen común
ὁμόσπορον ἔ.
de los eácidasτὸ ἐλάσιππον ἔ.
familia aficionada a la equitaciónκαὶ ποιήσω σε εἰς ἔ. μέγα
dicho por Yahvé a Abraham
• una de las partes en que se divide la φυλή ática, Arist.Ath.fr.5b.
3 desde un punto de vista estricto del pueblo judío gente, nación, gentilidad, plu. gentes, pueblos gentiles
νῆσοι τῶν ἐθνῶν
dicho de los descendientes de Jafetτίς τῶν θεῶν πάντων τῶν ἐθνῶν τούτων
πέπαυται ὁ φόβος τῶν ἐθνῶν
Ἑλληνικὰ καὶ βαρβαρικὰ ἔθνη
• dicho de los cristianos no judíos Ep.Rom.15.27,
τῶν ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων
πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν
• op. crist. gentiles, paganos
αὐτοῖς (ἡγεμόνες, βασιλεῖς) καὶ τοῖς ἔθνεσιν
ἔ. παράνομον
ἄνομα ἔθνη
III dentro de una organización estamental, esp. la urbana y relig.
1 clase, estamento
(τὸ Θετταλῶν) ... πενεστικὸν ἔ.
la clase servil de los penestes propia de los tesaliosοὐ μὴν πρὸς τοῦτο βλέποντες ... ὅπως ... ἕν τι ἡμῖν ἔ. ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον
δημιουργικόν
τὸ μιμητικὸν ἔ.
• del grupo profesional clase, gremio
ἔ. κηρυκικόν
οἶσθα τι ... ἔ. ... ἠλιθιώτερον ῥαψῳδῶν
ἐργαστήρια καὶ ἔθνη
• del sacerdotal colegio, corporación
ἱερὰ ἔθνη
• casta
ἔ. Βραχμάνων
2 comunidad, colonia extranjera en Atenas
τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων δεδωκότος τοῖς Θρᾳξὶ μόνοις τῶν ἄλλων ἐθνῶν τὴν ἔγκτησιν
τὰ ἐκ τῶν ἐθνῶν τάγματα
las asociaciones agonísticas de compatriotas, los equipos nacionales
IV según rasgos físicos, no sociales
1 muchedumbre, turba
νεκρῶν
2 raza, especie de la humanidad, c. gen.
τὸ ταχύποτμον ... ἀνέρων ἔ.
πανδάκρυτ' ἐφαμέρων ἔ.
ἔθνεα μυρία θνητῶν
φωτῶν
• c. adj.
βροτὸν ἔ.
θνατόν
• sent. peyor. calaña, ralea
γυναικῶν ἀνδροφόνων
λῃσταὶ ἢ κλέπται ἢ ἄλλο τι ἔ.
αἱμοσταγὲς ἀξιόμισον ἔ.
de las Erinisἔθνεα Κηρῶν
3 sexo
τὸ ἔ. τὸ θῆλυ ἢ τὸ ἄρρεν
V admin., rom. provincia
ὁ τυραννήσας τοῦ ἔθνους
ταῖς κατ' Ἰταλίαν (πόλεσιν) καὶ ταῖς ἐν τοῖς ἄλλοις ἔθνεσιν
ὁ ἡγούμενος τοῦ ἔθνους
αὐγου[στάλι(ος)] τοῦ Θηβ(αίων) ἔθνους
B de anim. agrupación, muchedumbre
1 de anim. gregarios, c. determ. en gen. plu. bandada
ὀρνίθων
• enjambre
μυιάων
μελισσάων
μέλαν κολοιῶν ἔ.
ἔθνεα ... χοίρων
piarasἔθνη θηρῶν
manadas de fierasμυρίον ἔ. βοῶν
2 raza, especie
ἄνθρωποί τε καὶ ἄλλων ἔθνεα θηρῶν
ἰχθύων ἔ. καὶ τὸ τῶν ὀστρέων
οἱ χοιρογρύλλιοι, ἔ. οὐκ ἰσχυρόν
C de cosas
1 clase, tipo
δισσὰ ἔθνεα πυρετῶν
ἐξετάζν κατὰ ἔ. ἕκαστα
de objetos de bronce
2 parte solidaria, miembro
•Prob. deriv. de un tema en nasal *su̯edhn-, formado sobre la r. que da lugar a ἕ (cf. οὗ), lat. suus, etc. Otros deriv. del mismo tema serían ἐθάς < *su̯edn̥d- y
1. groep, kudde, zwerm.
2. volksstam, volk:
3. klasse:
Bei Xen. Oec. 7.26 θῆλυ – ἄρρεν, Geschlecht.
Bei Sp., wie DC. 36.24, die unterworfenen Völker in den Provinzen.
Bei K.S. = Heiden.
τό (ϝέθνος).
- 1
A body or band of men: ἑτάρων εἰς ἐ. ἐχαζετο Il. 3.32 = Il. 11.585 = Il. 13.566 = 596 = 648 = Il. 14.408, Il. 13.165, 533, Il. 16.817. Cf. Il. 2.91 = 464, Il. 7.115, Il. 11.595 = Il. 15.591 = Il. 17.114, Il. 11.724, Il. 12.330, Il. 13.495, Il. 17.552, 581, 680.
So ἔθνεα νεκρῶν Od. 10.526, Od. 11.34, 632.
- 2
A swarm (of bees) Il. 2.87.
(Of flies) Il. 2.469.
A flight (of birds) Il. 2.459, Il. 15.691.
A herd (of swine) Od. 14.73.
- 1
- 1race, nation μετὰ τὸ ταχύποτμον ἀνέρων ἔθνος O. 1.66 κλυτὸν ἔθνος Λοκρῶν ἀμφέπεσον O. 10.97 Λαμνιᾶν τʼ ἔθνει γυναικῶν ἀνδροφόνων P. 4.252 τὸ δʼ ἐλάσιππον ἔθνος ἐνδυκέως δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες (τοὺς Ἀντηνορίδας: contra οἱ Κυρηναῖοι Σ) P. 5.85 ὅσαις δὲ βροτὸν ἔθνος ἀγλαίαις ἁπτόμεσθα P. 10.28 μέρος ἕκαστον οἱον ἔχομεν βρότεον ἔθνος N. 3.74 καὶ νῦν τεὸς μάτρως ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος (τοὺς Αἰακίδας) N. 5.43 καὶ θνατὸν οὕτως ἔθνος ἄγει μοῖρα (Heyne: οὕτω σθένος) codd.) N. 11.42 πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ Μερόπων ἔθνεα I. 6.32 Πανελλάδος, ἅν τε Δελφῶν ἔθνος εὔξατο λιμοῦ θ[ Pae. 6.64 ]εθνος αιδ[ Πα. 12c. 4. ἦν ὅτε σύας Βοιώτιον ἔθνος ἔνεπον fr. 83.
Strong 1484
1. a multitude, a company, whether of beasts or men (Hom.).
2. a nation, people: Mt 21:43, 24:7, Mk 13:8, Lk 22:25, Ac 10:35, al.; in sing., of the Jewish people, Lk 7:5, 23:2, Jo 11:48, 50-53 18:35, Ac 10:22, 24:3, 10 26:4 28:19.
3. In pl., as in OT, τὰ ἔ. (like Heb.
- 1a number of people accustomed to live together, a company, body of men, Il., etc.; ἔθνος λαῶν a host of men, Il.; also of animals, swarms, flocks, Il., Soph.
- 2after Hom., a nation, people, Hdt., etc.:—in NTest. τὰ ἔθνη the nations, Gentiles, i. e. all but Jews and Christians.
- 3a special class of men, a caste, tribe, Plat., Xen.
- 4sex, Xen.
-
…λόγῳ δὲ περὶ τῆσδε τῆς χώρας ἀκούουσαι κλέος μέγα, πολλῆς δόξης καὶ μεγάλης ἐλπίδος χάριν παραλαβοῦσαι τὰ μαχιμώτατα τῶν ἐθνῶν ἐστράτευσαν ἐπὶ τήνδε τὴν πόλιν. τυχοῦσαι δʼ ἀγαθῶν ἀνδρῶν ὁμοίας ἐκτήσαντο τὰς ψυχὰς τῇ φύσει, καὶ ἐναντίαν τὴν…
Lysias, Speeches
-
…δοκοῦσιν εἶναι καὶ ἀγαθοὶ οἱ ἄδικοι ; οἵ γε τελέως, ἔφη, οἷοί τε ἀδικεῖν, πόλεις τε καὶ ἔθνη δυνάμενοι ἀνθρώπων ὑφʼ ἑαυτοὺς ποιεῖσθαι · σὺ δὲ οἴει με ἴσως τοὺς τὰ βαλλάντια ἀποτέμνοντας λέγειν. λυσιτελεῖ μὲν οὖν…
Plato, Republic
-
…καὶ τόδε μοι χάρισαι καὶ λέγε · δοκεῖς ἂν ἢ πόλιν ἢ στρατόπεδον ἢ λῃστὰς ἢ κλέπτας ἢ ἄλλο τι ἔθνος, ὅσα κοινῇ ἐπί τι ἔρχεται ἀδίκως, πρᾶξαι ἄν τι δύνασθαι, εἰ ἀδικοῖεν ἀλλήλους ; οὐ δῆτα ,…
Plato, Republic
-
…διακοσίαις μὲν καὶ χιλίαις ναυσὶν ἀφίκετο, τῆς δὲ πεζῆς στρατιᾶς οὕτως ἄπειρον τὸ πλῆθος ἦγεν, ὥστε καὶ τὰ ἔθνη τὰ μετʼ αὐτοῦ ἀκολουθήσαντα πολὺ ἂν ἔργον εἴη καταλέξαι · ὃ δὲ μέγιστον σημεῖον τοῦ πλήθους · ἐξὸν γὰρ αὐτῷ…
Lysias, Speeches
-
…τὴν φύσιν γυναῖκες · πλέον γὰρ ἐδόκουν τῶν ἀνδρῶν ταῖς ψυχαῖς διαφέρειν ἢ ταῖς ἰδέαις ἐλλείπειν. ἄρχουσαι δὲ πολλῶν ἐθνῶν, καὶ ἔργῳ μὲν τοὺς περὶ αὐτὰς καταδεδουλωμέναι, λόγῳ δὲ περὶ τῆσδε τῆς χώρας ἀκούουσαι κλέος μέγα, πολλῆς…
Lysias, Speeches
-
…, ἀποτρύεται ἰλλομένων ἀρότρων ἔτος εἰς ἔτος ἱππείῳ γένει πολεύων. κουφονόων τε φῦλον ὀρνίθων ἀμφιβαλὼν ἄγει καὶ θηρῶν ἀγρίων ἔθνη πόντου τʼ εἰναλίαν φύσιν σπείραισι δικτυοκλώστοις, περιφραδὴς ἀνήρ · κρατεῖ δὲ μηχαναῖς ἀγραύλου θηρὸς ὀρεσσιβάτα, λασιαύχενά θʼ ἵππον…
Sophocles, Antigone
-
…ὀρέξομεν ἠέ τις ἡμῖν. ὣς ἔφατʼ, οὐδὲ Γλαῦκος ἀπετράπετʼ οὐδʼ ἀπίθησε · τὼ δʼ ἰθὺς βήτην Λυκίων μέγα ἔθνος ἄγοντε. τοὺς δὲ ἰδὼν ῥίγησʼ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς · τοῦ γὰρ δὴ πρὸς πύργον ἴσαν κακότητα φέροντες. πάπτηνεν…
Homer, Iliad
-
…νόμῳ ὑπὸ τοῦ πλήθους οἷα δὴ κτίστης οὐ μιᾶς πόλεως οὐδὲ ἑνὸς γένους, ἀλλὰ πάντων, ὅσα ἐν Ἰταλίᾳ ἔθνη, ἐς τὴν οἰκίαν παρεπέμπετο. καὶ μετὰ ταῦθʼ οἱ μὲν κεκρατηκότες ἐς τοὺς ἀγροὺς ἀνεχώρουν, ὅθεν ἐπὶ ταῦτʼ…
Appian, The Civil Wars
-
…ξύμπασά πω εἶχεν, ἀλλὰ τὰ μὲν πρὸ Ἕλληνος τοῦ Δευκαλίωνος καὶ πάνυ οὐδὲ εἶναι ἡ ἐπίκλησις αὕτη, κατὰ ἔθνη δὲ ἄλλα τε καὶ τὸ Πελασγικὸν ἐπὶ πλεῖστον ἀφʼ ἑαυτῶν τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι, Ἕλληνος δὲ καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…Νεστορίδης, ἐπὶ δὲ Τρῶές τε καὶ Ἕκτωρ ἠχῇ θεσπεσίῃ βέλεα στονόεντα χέοντο · στῆ δὲ μεταστρεφθείς, ἐπεὶ ἵκετο ἔθνος ἑταίρων. Τρῶες δὲ λείουσιν ἐοικότες ὠμοφάγοισι νηυσὶν ἐπεσσεύοντο, Διὸς δʼ ἐτέλειον ἐφετμάς, ὅ σφισιν αἰὲν ἔγειρε μένος…
Homer, Iliad