σφάλλω
σφάλλω, to make to fall, throw down, overthrow
- make to fall, overthrow, properly by tripping up, trip up in wrestling, οὔτʼ Ὀδυσεὺς δύνατο σφῆλαι οὔδει τε πελάσσαι Il. 23.719; οὐδʼ ἄρα μιν σφῆλεν βέλος Od. 17.464; Ἕκτορα Pi. O. 2.81; ἀλλάλους σφάλλοντι παλαίμασι Theoc. 24.112; [πώλους] E. Hipp. 1232; γόνυ τινός Id. Heracl. 128; τινὰ γνύξ A.R. 3.1310; τινὰ ἐπὶ τὴν γῆν D.S. 14.23; τὸ μὴ ὑπερπίνειν ἧττον ἂν καὶ σώματα καὶ γνώμας σ. X. Cyr. 8.8.10, cf. 1.3.10 (Pass.); σ. ναῦς throw them on their beam-ends, Plu. Them. 14, cf. Polyaen. 3.11.13; [ἵπποι] ἔσφηλαν (gnomic aor.) τὸν ἀναβάτην throw him, X. Eq. 3.9:—Pass., to be tripped up, Φρυνίχου παλαίσμασιν Ar. Ra. 689 (troch.); of a drunken man, σφαλλόμενος προσέρχεται reeling, staggering, Id. V. 1324, cf. Heraclit. 117; σ. ὑπὸ οἴνου X. Lac. 5.7, cf. AP 11.26 (Marc. Arg.); σ. ἵππος Plu. Phil. 18; σ. [ἱππεύς] is thrown, X. Eq. 7.7.
- II generally, cause to fall, overthrow, βία καὶ μεγάλαυχον ἔσφαλεν Pi. P. 8.15; ἀνθρώπων κακῶν ὁμιλίαι σ. τινά Hdt. 7.16.αʹ; σμικροὶ λόγοι ἔσφηλαν ἤδη καὶ κατώρθωσαν βροτούς S. El. 416; σφάλλω . . ὅσοι φρονοῦσιν εἰς ἡμᾶς μέγα E. Hipp. 6; [ὀργὴ] πλεῖστα . . σ. βροτούς Id. Fr. 31; ἡ καταφρόνησις, ἡ ἀπειρία σ. τινά, Th. 1.122, 2.87: abs., ἀτρεκεῖς ἐπιτηδεύσεις φασὶ σφάλλειν πλέον ἢ τέρπειν E. Hipp. 262 (anap.): also of things, ἁμαρτίαι σ. τὴν σωτηρίαν S. Fr. 192; δειναὶ τύχαι σ. δόμους E. Med. 198 (anap.); σ. τὰς πόλεις Th. 3.37, etc.; σ. δίκαν E. Andr. 780 (lyr.); σφάλλων, name of a throw of the dice, Eub. 57.5 (s. v.l.):—Pass., to be overthrown, fall, esp. of persons falling from high fortunes, σφαλεὶς γὰρ οὐδεὶς εὖ βεβουλεῦσθαι δοκεῖ Chaerem. 26, cf. S. Tr. 297, 719, E. Fr. 262.2, etc.; ἢν σφαλῇ [ἡ Ἑλλάς] Hdt. 7.168; ἢν ἄρα τι σφαλλώμεθα, opp. κατορθοῦν, Th. 1.140, cf. Ar. Ra. 736 (troch.), Pl. 351; σφαλλομένους ἐπανορθῶν X. Mem. 2.4.6; ταῖς τύχαις σφάλλεσθαι Th. 2.87, cf. 43; ὑπὸ νόσων, ἐρώτων, μέθης ἐσφαλμένος, Pl. R. 396d; ὑπὸ χρόνων τι σ. suffer from length of time, Id. Lg. 769c: c. dat. modi, σφάλλεσθαι ἀξιόχρεῳ δυνάμει Th. 6.10; τοῖς ἀγῶσι Id. 7.61; τοῖς ὅλοις Plb. 1.43.8: with a Prep., ἐν τῇ μάχῃ X. HG 7.2.2, cf. Hdt. 7.50; τι ἐν τοῖς λόγοις Pl. Grg. 461d; περί τι Id. R. 451a; περί τινος Plu. Symp. 2.164c: with neut. Adj., σφάλλεσθαι ἓν μέγα Pl. Lg. 648e; ἐν τοῖς δικασταῖς, κοὐκ ἐμοί, τόδʼ ἐσφάλη this mishap took place by means of . ., S. Aj. 1136; οὔ τι μὴ σφαλῶ γʼ ἐν σοί I shall not fail in thy business, Id. Tr. 621.
- III baffle, balk, frustrate, of an oracle, Hdt. 7.142; θεὰ ἤδη μʼ . . ἔσφηλεν S. Aj. 452, cf. E. Alc. 34 (anap.), Andr. 223; ἐκ τοῦ φανεροῦ τὴν πόλιν σ. Aeschin. 3.125:— Pass., err, go wrong, be mistaken, κατὰ γνώμην Hdt. 7.52: abs., S. El. 1481, E. IA 1541, etc.; μῶν ἐσφάλμεθʼ; am I mistaken? Id. Andr. 896; ἡ ψυχὴ πολλὰ σφάλλεται Isoc. 1.32; γνώμῃ σφαλέντες Th. 4.18; διανοίᾳ σ. Pl. Sph. 229c; so σ. τὴν γνώμην, τὸν λογισμόν, Clearch. 23, Plu. Sull. 15: c. inf., οὐκ ἂν σφαλείη . . ἑλέσθαι be led astray into choosing, Id. QConv. 2.711b.
- 2 Pass. also, c. gen. rei, to be balked of or foiled in a thing, ἦ καὶ πατήρ τι σφάλλεται βουλευμάτων; A. Eu. 717; γάμων, δόξης, τύχης, E. Or. 1078, Med. 1010, Ph. 758; τῆς δόξης Th. 4.85; τοῦ αὐχήματος Id. 7.66, cf. 5.110; οὐκ ἔσφαλται τῆς ἀληθείας Pl. Cra. 436c; τῶν πραγμάτων ᾗ ἔχει Id. Hp.Mi. 372b; ἀνδρός lose him, S. Tr. 1113; τοῦ παντός Plu. Brut. 20:—σφάλλειν τινὰ ἀπʼ ἐλπίδος cast him down from his hope, Luc. Dem.Enc. 29.
1. act. met acc., causat.
a. aan het wankelen brengen, uit zijn evenwicht brengen, ten val brengen, onderuithalen,
b. overdr. ten val brengen, omverwerpen, onderuit doen gaan:
c. op het verkeerde been zetten, misleiden:
d. teleurstellen:
2. med.-pass., intrans.
a. wankelen, vallen, onderuitgaan:
b. ten val komen, onderuitgaan, tegenslag ondervinden, falen:
c. misleid worden, zich vergissen:
d. gefrustreerd raken in, teleurgesteld raken in,
3 sing. aor. σφῆλε Od. 17.464.
Infin. σφῆλαι Il. 23.719.
(ἀπο-, παρα-)
To cause to reel or fall: σφῆλαι οὔδει τε πελάσσαι Il. 23.719. Cf. Od. 17.464.
- a bring to ruin βία δὲ καὶ μεγάλαυχον ἔσφαλεν ἐν χρόνῳ P. 8.15 καὶ κρέσσονʼ ἀνδρῶν χειρόνων ἔσφαλε τέχνα καταμάρψαισ I. 4.35 ἀλλʼ ᾦτινι μὴ λιπότεκνος σφαλῇ πάμπαν οἶκος βιαίᾳ δαμεὶς ἀνάγκᾳ Παρθ. 1. 17.
- b kill Ἀχιλλέα ὃς Ἕκτορα σφᾶλε (Ἕκτορʼ ἔσφαλε v. l.) O. 2.81
- c frag. ἔσφᾳλ fr. 1a. 6.
- ILat. fall-o (the sigma being lost):—to make to fall, throw down, overthrow, properly by tripping up, to trip up in wrestling, Hom., Pind., Eur., etc.; σφ. ναῦς to throw her on her beam-ends, Plut.; ἵππος σφ. τὸν ἀναβάτην throws him, Xen.:—Pass. to be tripped up, Ar.; of a drunken man, σφαλλόμενος reeling, staggering, Ar.
- IIgenerally, to cause to fall, overthrow, defeat, Hdt., Soph., Thuc.:—Pass. to be overthrown, to fall, fail, be undone, become helpless, Hdt., Attic; τόδʼ ἐσφάλη this mishap took place, Soph.; οὔ τι μὴ σφαλῶ γʼ ἐν σοί I shall not fail in thy business, Soph.
- IIIto baffle, foil, balk, disappoint, Hdt., Soph.:—Pass. to err, go wrong, be mistaken, Hdt., Soph.
- 2the Pass. is also used c. gen. rei, to be balked of or foiled in a thing, ἦ καὶ πατήρ τι σφάλλεται βουλευμάτων; Aesch.; σφάλλεσθαι γάμου Eur.; τῆς δόξης Thuc.
-
…τῇδʼ ἔχει · ὅταν τι τῶν ἐμῶν διʼ ἐρωτήσεως σκοπῇς, ἐὰν μὲν ὁ ἐρωτηθεὶς οἷάπερ ἂν ἐγὼ ἀποκριναίμην ἀποκρινάμενος σφάλληται, ἐγὼ ἐλέγχομαι, εἰ δὲ ἀλλοῖα, αὐτὸς ὁ ἐρωτηθείς. αὐτίκα γὰρ δοκεῖς τινά σοι συγχωρήσεσθαι μνήμην παρεῖναί…
Plato, Theaetetus
-
…εἴποιμʼ ἂν τότε. ἀλλʼ οὐ κάτοιδα πλὴν ἐπὶ σμικρὸν φράσαι. λέγʼ ἀλλὰ τοῦτο · πολλά τοι σμικροὶ λόγοι ἔσφηλαν ἤδη καὶ κατώρθωσαν βροτούς. λόγος τις αὐτήν ἐστιν εἰσιδεῖν πατρὸς τοῦ σοῦ τε κἀμοῦ δευτέραν ὁμιλίαν ἐλθόντος ἐς φῶς…
Sophocles, Electra
-
…· ξυνέβη δὲ καὶ τὰ ἀπὸ τῆς τύχης οὐκ ὀλίγα ἐναντιωθῆναι, καί πού τι καὶ ἡ ἀπειρία πρῶτον ναυμαχοῦντας ἔσφηλεν. ὥστε οὐ κατὰ τὴν ἡμετέραν κακίαν τὸ ἡσσᾶσθαι προσεγένετο, οὐδὲ δίκαιον τῆς γνώμης τὸ μὴ κατὰ κράτος νικηθέν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…τε καὶ ὤμους αἵματι φοινικόεσσαι ἀνέδραμον · οἳ δὲ μάλʼ αἰεὶ νίκης ἱέσθην τρίποδος πέρι ποιητοῖο · οὔτʼ Ὀδυσεὺς δύνατο σφῆλαι οὔδει τε πελάσσαι, οὔτʼ Αἴας δύνατο, κρατερὴ δʼ ἔχεν ἲς Ὀδυσῆος. ἀλλʼ ὅτε δή ῥʼ ἀνίαζον ἐϋκνήμιδας…
Homer, Iliad
-
…κτίσαι. ἀλλʼ αἱματηρὰ πράγματʼ οὐ λαχὼν σέβεις, μαντεῖα δʼ οὐκέθʼ ἁγνὰ μαντεύσῃ νέμων. ἦ καὶ πατήρ τι σφάλλεται βουλευμάτων πρωτοκτόνοισι προστροπαῖς Ἰξίονος ; λέγεις · ἐγὼ δὲ μὴ τυχοῦσα τῆς δίκης βαρεῖα χώρᾳ τῇδʼ ὁμιλήσω πάλιν. ἀλλʼ…
Aeschylus, Eumenides
-
…κατʼ ἄλλου φωτὸς ὧδʼ ἐψήφισαν. νῦν δʼ ἡ Διὸς γοργῶπις ἀδάματος θεὰ ἤδη μʼ ἐπʼ αὐτοῖς χεῖρʼ ἐπεντύνοντʼ ἐμὴν ἔσφηλεν, ἐμβαλοῦσα λυσσώδη νόσον, ὥστʼ ἐν τοιοῖσδε χεῖρας αἱμάξαι βοτοῖς · κεῖνοι δʼ ἐπεγγελῶσιν ἐκπεφευγότες, ἐμοῦ μὲν οὐχ…
Sophocles, Ajax
-
…· καὶ σὺ τοῦτʼ ἠπίστασο. κλέπτης γὰρ αὐτοῦ ψηφοποιὸς ηὑρέθης. ἐν τοῖς δικασταῖς, κοὐκ ἐμοί, τόδʼ ἐσφάλη. πόλλʼ ἂν κακῶς λάθρᾳ σὺ κλέψειας κακά. τοῦτʼ εἰς ἀνίαν τοὔπος ἔρχεταί τινι. οὐ μᾶλλον, ὡς…
Sophocles, Ajax
-
…ἔχον δέ τινα ἐν αὑτῷ ἀντιλογίαν, τῆς γε ξυμφορᾶς τῷ ἀποβάντι ἀμβλύνεσθαι, νομίσαι δὲ ταῖς μὲν τύχαις ἐνδέχεσθαι σφάλλεσθαι τοὺς ἀνθρώπους, ταῖς δὲ γνώμαις τοὺς αὐτοὺς αἰεὶ ὀρθῶς ἀνδρείους εἶναι, καὶ μὴ ἀπειρίαν τοῦ ἀνδρείου παρόντος προβαλλομένους…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…παρεῖχε χρήματα Πελοποννησίοις ἐς τὸ ναυτικόν, καὶ οὐ πρότερον ἐνέδοσαν ἢ αὐτοὶ ἐν σφίσι κατὰ τὰς ἰδίας διαφορὰς περιπεσόντες ἐσφάλησαν. τοσοῦτον τῷ Περικλεῖ ἐπερίσσευσε τότε ἀφʼ ὧν αὐτὸς προέγνω καὶ πάνυ ἂν ῥᾳδίως περιγενέσθαι τὴν πόλιν Πελοποννησίων αὐτῶν τῷ…
Thucydides, The Peloponnesian War